Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν σήμερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν σήμερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Σαν σήμερα. 30 Απριλίου του 1945, αυτοκτόνησε μαζί με τον Αδόλφο Χίτλερ η ερωμένη του Εύα Μπράουν - ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΝΑΖΙΣΜΟΣ, ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ!...

..............................................................


Εύα Μπράουν
1912 – 1945

Εύα Μπράουν


Γερμανίδα καλλονή, ερωμένη του Αδόλφου Χίτλερ για δεκατρία χρόνια και σύζυγός του για ένα εικοσιτετράωρο. Η Εύα Μπράουν (Eva Braun) γεννήθηκε στο Μόναχο στις 6 Φεβρουαρίου 1912 και ήταν η μεσαία από τις τρεις κόρες του δάσκαλου Φριτς Μπράουν και της νοικοκυράς Φραντζίσκα Κρόνμπεργκερ. Τελείωσε μετά κόπων και βασάνων το Λύκειο, ενώ παράλληλα δούλευε ως γραμματέας σε ιατρείο.
Στα 17 της, η ευειδής Εύα προσελήφθη στο στούντιο του Χάινριχ Χόφμαν, επίσημου φωτογράφου του Ναζιστικού Κόμματος. Εκεί γνώρισε τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος φαίνεται ότι κεραυνοβολήθηκε από την ομορφιά της ξανθιάς Εύας. Ο σαραντάχρονος άνδρας τής συστήθηκε ως Χερ Βολφ, ένα παρατσούκλι από τα παιδικά του χρόνια, που χρησιμοποιούσε μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Εκείνη είπε στις φίλες της ότι «γνώρισε ένα ώριμο κύριο με αστείο μουστάκι».
Στις αρχές της δεκαετίας του '30 ο Χίτλερ διατηρούσε δεσμό με τη Γκέλι Ράουμπαλ, κόρη της ετεροθαλούς αδελφής του Άνγκελα Ράουμπαλ. Μετά τον θάνατό της το 1931, για τον οποίον πολλά γράφτηκαν, ο Χίτλερ άρχισε να βλέπει περισσότερο την Εύα, αν και διατηρούσε δεσμό με την ηθοποιό Ρενάτε Μίλερ. Η Εύα ζήλευε παθολογικά τον Χίτλερ και το 1932 παραλίγο να βάλει τέρμα στη ζωή της, όταν αυτοπυροβολήθηκε στον λαιμό. Μόλις και μετά βίας σώθηκε και τότε ο Χίτλερ συνειδητοποίησε το πόσο την αγαπούσε. Βοήθησε σ' αυτό και η αυτοκτονία της Μίλερ, η οποία έπεσε από το μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου στο Βερολίνο.
Το Ναζιστικό Κόμμα πάντοτε προσπαθούσε να κρατήσει την ερωτική ζωή του Φύρερ στο σκοτάδι. Ο Αδόλφος και η Εύα ποτέ δεν εμφανίσθηκαν μαζί δημόσια και οι περισσότεροι Γερμανοί έμαθαν για τη σχέση τους μετά τον πόλεμο. Ο Χίτλερ ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στις γυναίκες, οι οποίες με τις ψήφους τους τον είχαν ανεβάσει στην εξουσία το 1933. Έτσι, για κανένα λόγο δεν ήθελε να χάσει τη δημοτικότητά του στο γυναικείο φύλο. Στις ομιλίες του ισχυριζόταν ότι δεν έκανε οικογένεια, επειδή «η οικογένειά του είναι όλος ο γερμανικός λαός». Όπως, όμως, είχε εκμυστηρευτεί σε συνεργάτες του, δεν ήθελε να παντρευτεί, επειδή φοβόταν ότι τα παιδιά του δεν θα είχαν τη δική του ευφυΐα.
Το 1935 η Εύα επιχείρησε και δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας με υπνωτικά χάπια, η οποία πέρασε ανώδυνα. Παραπονιόταν ότι δεν έβλεπε συχνά τον αγαπημένο της, επειδή αυτός ζούσε στο Βερολίνο, όπου ήταν η έδρα του Τρίτου Ράιχ. Ο Χίτλερ τότε της νοίκιασε μια βίλα στα περίχωρα του Μονάχου, με τα δικαιώματα από τις δημοσιευμένες φωτογραφίες του. Η Εύα είχε στη διάθεσή της Μερσέντες με οδηγό και υπηρέτρια. Τον επόμενο χρόνο μετακόμισε στο εξοχικό του αγαπημένου της στις Βαυαρικές Άλπεις.
Ζούσε μια μάλλον ανέμελη ζωή, ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Γυμναζόταν καθημερινά για να διατηρεί σε φόρμα το καλλίγραμμο κορμί της, διάβαζε αισθηματικά μυθιστορήματα και ξένα περιοδικά που ήταν απαγορευμένα για τους υπόλοιπους Γερμανούς, έβλεπε κινηματογράφο και τηλεόραση, που εκείνη την εποχή ήταν στα σπάργανα και εξασκούσε το χόμπι της που ήταν η φωτογραφία. Της άρεσε να κάνει γυμνή μπάνιο και να φωτογραφίζεται, πράγμα που εξόργιζε τον Χίτλερ.
Στις αρχές Απριλίου του 1945 ήταν κάτι παραπάνω από φανερό ότι οι ημέρες του Ναζισμού ήταν μετρημένες. Οι Σύμμαχοι είχαν σφίξει σαν τανάλια τη Γερμανία. Η Εύα τότε μετακόμισε στο Βερολίνο και εγκαταστάθηκε στα υπόγεια της Καγκελαρίας, όπου βρισκόταν το θωρακισμένο καταφύγιο του Φύρερ. Αρνήθηκε να φύγει και δήλωσε ότι θα παραμείνει κοντά στον αγαπημένο της.
Στις 29 Απριλίου ο Αδόλφος Χίτλερ παντρεύτηκε τελικά την Εύα Μπράουν στο καταφύγιο της Καγκελαρίας, με τους Σοβιετικούς στρατιώτες να βρίσκονται ήδη στο Βερολίνο. Ο γάμος ήταν πολιτικός με μάρτυρες τους αρχιναζί Γιόζεφ Γκέμπελς και Μάρτιν Μπόρμαν, η τελετή σεμνή, με τη νύφη να φορά ένα μαύρο μεταξένιο φόρεμα. Εκείνη την εποχή στους διαδρόμους της Καγκελαρίας κυκλοφορούσε η φήμη ότι η Εύα ήταν έγκυος στο παιδί του Χίτλερ.
Την επομένη, 30 Απριλίου 1945, το ζεύγος Χίτλερ κλείσθηκε λίγο μετά τις 3 το μεσημέρι σ' ένα δωμάτιο του καταφυγίου και αυτοκτόνησε με χάπια υδροκυανίου κι ενώ οι Σοβιετικοί απείχαν γύρω στα 500 μέτρα από την Καγκελαρία. Αμέσως μετά, τα δύο πτώματα αποτεφρώθηκαν. Την τέφρα τους βρήκαν οι πρώτοι στρατιώτες που εισήλθαν στο καταφύγιο μετά από λίγο. Οι σοβιετικοί τους έθαψαν μυστικά στο Μαγδεμβούργο μαζί με τα πτώματα της οικογένειας Γκέμπελς, που είχε αυτοκτονήσει ομαδικά.
Τον Απρίλιο του 1970, οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας ξέθαψαν και αποτέφρωσαν ότι είχε απομείνει από τους Χίτλερ και Γκέμπελς και την τέφρα τους τη διασκόρπισαν στον ποταμό Έλβα.

Σαν σήμερα, 30 Απριλίου του 1945 αυτοκτόνησε ο Αδόλφος Χίτλερ - ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΝΑΖΙΣΜΟΣ, ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ!... (http://www.sansimera.gr, 30/4/2016)

............................................................

Αδόλφος Χίτλερ
1889 – 1945

 

Αδόλφος Χίτλερ
Γερμανός πολιτικός, αυστριακής καταγωγής, που κυβέρνησε δικτατορικά τη Γερμανία από το 1934 έως το 1945. Αρχηγός του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (NSDAP) από το 1921, καγκελάριος της Γερμανίας από το 1933 έως το 1945 και ηγέτης (Führer) του Ναζιστικού Τρίτου Ράιχ από το 1934 έως το 1945. Προκάλεσε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα.
Ο Αδόλφος Χίτλερ (Adolf Hitler) γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1889 στο Μπράουναου Αμ Ιν της Αυστρο-Ουγγαρίας (νυν Αυστρίας), ένα χωριό κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία. Ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά του τελωνειακού υπαλλήλου Αλόις Χίτλερ και της Κλάρας Πετσλ.
Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε μία γειτονιά του Λιντς, της πρωτεύουσας της Άνω Αυστρίας κι έχασε τον πατέρα του το 1903, όταν ήταν 14 ετών. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να κάνει μεγαλεπήβολα όνειρα για καλλιτεχνικές σπουδές.
Το 1907 μετακόμισε στη Βιέννη, όπου όμως δεν κατάφερε να εισαχθεί στην Ακαδημία Τεχνών. Την περίοδο αυτή επηρεάζεται από την αντισημιτική και λαϊκιστική ρητορική του δήμαρχου της Βιέννης Καρλ Λίγκερ και τις παγγερμανικές θεωρίες του αυστριακού πολιτικού και μεγαλοκτηματία Γκέοργκ Σένερερ, ενώ εργάζεται ως βοηθός διακοσμητή.
Το 1912, μετακομίζει στο Μόναχο και εργάζεται ευκαιριακά ως ελαιοχρωματιστής, ενώ παράλληλα μελετά τα έργα των φιλοσόφων Ζορζ Σορέλ, θεωρητικού του επαναστατικού συνδικαλισμού και Φρίντριχ Νίτσε. Κάνει αίτηση για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, αλλά κρίνεται ακατάλληλος.
Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατατάσσεται εθελοντής σ’ ένα εφεδρικό βαυαρικό σύνταγμα πεζικού. Πολέμησε, έζησε την εμπειρία των χαρακωμάτων, τραυματίστηκε στη μάχη του Σομ (1916) και προσβλήθηκε από χημικά αέρια το 1918. Προήχθη σε δεκανέα και τιμήθηκε με το μετάλλιο του Σιδηρού Σταυρού, διάκριση για την οποία ήταν περήφανος σε όλη του τη ζωή.
Μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, είναι πλέον πεπεισμένος ότι η στρατιωτική ήττα της Γερμανίας οφείλεται στα πλήγματα που δέχτηκε από το μαρξισμό και τον ιουδαϊσμό, στοιχεία που τον πείθουν απόλυτα για την ανάγκη διασφάλισης της ύπαρξης του γερμανικού λαού και απελευθέρωσής του από τον εσωτερικό εχθρό, τους Εβραίους. Τότε είναι που αρχίζει να αποκρυσταλλώνει τις πολιτικές του ιδέες και υποστηρίζει ένα δικής του έμπνευσης κράμα εθνικισμού και σοσιαλισμού, με το στοιχείο του εθνικισμού να υπερτερεί αναμφισβήτητα.
Το 1919 προσχωρεί σε μία ασήμαντη ομάδα της άκρας δεξιάς, το «Κόμμα των Γερμανών Εργατών», το οποίο το 1920 παίρνει το όνομα Εργατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα (NSDAP). Χάρη στις πολιτικές του ικανότητες, θα γίνει αρχηγός του το 1921, δημιουργώντας παράλληλα και μία παραστρατιωτική οργάνωση, τους Φαιοχίτωνες ή Τάγματα Εφόδου (Sturmabteilung ή SA). Το Νοέμβριο του 1923 εμπνέεται από την Πορεία προς τη Ρώμη του Μουσολίνι και επιχειρεί μαζί με το στρατηγό Έριχ Λούντεντορφ πραξικόπημα στο Μόναχο, που έμεινε στην ιστορία ως «Το Πραξικόπημα της Μπυραρίας», με αντικειμενικό στόχο να φθάσει στο Βερολίνο. Καταδικάζεται σε φυλάκιση πέντε ετών και τελικά αμνηστεύεται, το Δεκέμβριο του 1924.
Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του αρχίζει να γράφει το πολιτικό του μανιφέστο «Mein Kampf» («Ο Αγών μου»), στο οποίο εκθέτει όλο το πολιτικό του πρόγραμμα. Κεντρικό θέμα του είναι ο ρατσισμός και ιδιαίτερα ο αντισημιτισμός, ενώ παράλληλα εξυμνεί την αρία φυλή. Ύψιστο καθήκον τού κράτους είναι η διατήρηση των δυνατοτήτων αύξησης του πληθυσμού που ανήκει στη συγκεκριμένη φυλή μέσα από την κατάκτηση του «Ζωτικού Χώρου» («Lebensraum»), στόχος που μπορεί να γίνει πράξη σ’ ένα κράτος που θεμελιώνεται στην ιεραρχία και τον αυταρχισμό και βέβαια, στο πρόσωπο ενός αρχηγού (Fuhrerprintzip).
Μετά την αποφυλάκισή του, αγωνίζεται με πάθος για την ανασυγκρότηση του κόμματος σε στρατιωτική βάση. Ιδρύει τα SS και συνάπτει δεσμούς με μεγάλους βιομηχάνους, κατορθώνοντας να εξασφαλίσει την απαραίτητη χρηματοδότηση για την ευόδωση των πολιτικών του σχεδίων. Εκμεταλλεύεται την οικονομική κρίση και εξαθλίωση που βιώνει η Γερμανία και με το προσωπικό μαγνητισμό που ασκεί στις μάζες, κατορθώνει να κερδίσει περισσότερες από έξι εκατομμύρια ψήφους στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1930, εισβάλλοντας δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο της Γερμανίας.
Συνασπιζόμενος με άλλες τρεις πολιτικές δυνάμεις, ο Χίτλερ αρχίζει έναν αποφασιστικό αγώνα, με σκοπό την κατάργηση των κοινοβουλευτικών θεσμών της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, καταφεύγοντας στη δημιουργία τρομοκρατικών ομάδων που δρουν με την κάλυψη του επίσημου κράτους. Στις εκλογές του Απριλίου του 1932, κατεβαίνει υποψήφιος για την Προεδρία της Δημοκρατίας και ηττάται από τον Χίντενμπουργκ, έχοντας λάβει το 36,8% των ψήφων. Τον επόμενο Ιούλιο, πάντως, ο ναζισμός κερδίζει μία καθαρή νίκη στις εκλογές για το Ράιχσταγκ και στις 30 Ιανουαρίου του 1933, ο Χίτλερ γίνεται καγκελάριος του Ράιχ, υποστηριζόμενος από μία κυβέρνηση συνασπισμού.
Όταν αναλαμβάνει όλες τις εξουσίες, το 1933, προχωρά στην κατάργηση θεμελιωδών ελευθεριών και εγκαθιδρύει τη δικτατορία του Ναζιστικού Κόμματος. Στις 30 Ιουνίου 1934, υποβάλλει και το κόμμα του σε μία εξονυχιστική επιχείρηση εκκαθαρίσεων («Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»), με στόχο τον αφανισμό όλων των εσωτερικών αντιπάλων του. Στις 2 Αυγούστου 1934 γίνεται πρόεδρος του Ράιχ και καγκελάριος, λαμβάνοντας τον τίτλο του Φύρερ (Fuhrer und Reichskanzler) και εδραιώνοντας ένα ολοκληροτικό καθεστώς, πιστό στις προγραμματικές εξαγγελίες του εθνικοσοσιαλισμού.
Πρώτη προτεραιότητά του είναι η άρση των συνεπειών της Συνθήκης των Βερσαλιών και ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας. που συνδυάζεται με μία επιθετική και επεκτατική εξωτερική πολιτική (ανάκτηση των εδαφών του Ρήνου, προσάρτηση της Αυστρίας και εισβολή στην Τσεχοσλοβακία). Τις παραμονές του πολέμου, το Φεβρουάριο του 1938, αναλαμβάνει και τον έλεγχο της Βέρμαχτ. Καθώς δεν εμπιστεύεται την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία, συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Η εισβολή στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939 θα σημάνει και την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Χίτλερ αναλαμβάνει προσωπικά την αρχιστρατηγία των γερμανικών δυνάμεων, αλλά η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, η κατάρρευση της Ιταλίας του συμμάχου του Μουσολίνι και η αποτυχία της εκστρατείας στη Σοβιετική Ένωση, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την ήττα της Γερμανίας. Οι δυσαρέσκεια των στρατιωτικών προς το πρόσωπό του, ενκδηλώνεται με τις δύο εις βάρος του δολοφονικές απόπειρες της 13ης Μαρτίου 1943 και της 20ής Ιουλίου 1944.
Το τέλος του Χίτλερ και του καθεστώτος του φαίνεται να πλησιάζει, όταν οι Σύμμαχοι αρχίζουν να προελαύνουν προς το Βερολίνο στις αρχές του 1945. Ο γερμανός δικτάτορας, γεμάτος απόγνωση, αποσύρεται στο καταφύγιό του στο Μέγαρο της Καγκελαρίας. Στις 30 Απριλίου 1945 θα αυτοκτονήσει, μαζί με την ερωμένη του Εύα Μπράουν, την οποία είχε νυμφευτεί την προηγούμενη ημέρα. Σύμφωνα με τις οδηγίες του, τα σώματά τους αποτεφρώθηκαν.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

"Δεκέμβρης 1944: Σύντομο ημερολόγιο" Συντάκτης: Γιώργος Πετρόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 06.12.2014)

................................................................
 

Δεκέμβρης 1944: Σύντομο ημερολόγιο


Δεκέμβρης 1944: Σύντομο ημερολόγιο 
Μεγαλειώδης συγκέντρωση στην Αθήνα για τα 26 χρόνια του ΚΚΕ.

12 Οκτωβρίου 1944
Ο ΕΛΑΣ απελευθερώνει την Αθήνα ύστερα από 1.264 μέρες χιτλερικής σκλαβιάς. Στις 9.45 π.μ. η γερμανική σημαία κατεβαίνει από την Ακρόπολη. Ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους. Γαλανόλευκες και κόκκινες σημαίες στολίζουν τη μεγαλειώδη διαδήλωση του λαού. Τα συνθήματα, «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΚΚΕ», «Λαοκρατία», «Λαϊκή Δικαιοσύνη» κ.λπ. βρίσκονται σε κάθε στόμα.

Δεκέμβρης 1944: Σύντομο ημερολόγιο

12- 13 Οκτωβρίου 1944
Ο ΕΛΑΣ σώζει το Ηλεκτρικό Εργοστάσιο και την πόλη του Πειραιά από την καταστροφή που σχεδίαζαν οι ναζί.


Δεκέμβρης 1944: Σύντομο ημερολόγιο


18 Οκτωβρίου 1944
Φτάνει στην Ελλάδα η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Μαζί φτάνει και ο Αγγλος στρατηγός Σκόμπι.

Δεκέμβρης 1944: Σύντομο ημερολόγιο

3 Νοεμβρίου 1944
Ο ΕΛΑΣ ελευθερώνει ολόκληρη την Ελλάδα. Υπό κατοχή είναι ακόμη η Κρήτη και η Μήλος. Ο Παπανδρέου, ύστερα από υπόδειξη του Σκόμπι ανακοινώνει στον Τύπο ότι ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα διαλυθούν στις 10 Δεκεμβρίου. Την ίδια μέρα ο γνωστός για τα δημοκρατικά - πατριωτικά του αισθήματα στρατηγός Οθωναίος (φωτογραφία), αρχιστράτηγος τώρα βάσει του συμφώνου του Λιβάνου και με κύρια αποστολή τη διοργάνωση νέου ελληνικού στρατού, καλεί τον Σαράφη και του προτείνει να γίνει επιτελάρχης του. Ο Σαράφης δέχεται, αλλά ματαιώνονται τα πάντα ύστερα από παρέμβαση του Σκόμπι που θέλει για τη θέση του επιτελάρχη τον χίτη στρατηγό Βεντήρη. Κατάληξη του θέματος είναι να παραιτηθεί ο Οθωναίος 10 μέρες μετά μη δεχόμενος τις αγγλικές επεμβάσεις στο έργο του.



5 Νοεμβρίου 1944
Ο Παπανδρέου ανακοινώνει ότι την 1η Δεκεμβρίου θα διαλυθεί η Εθνική Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ.

10 Νοεμβρίου 1944
Η Ορεινή Ταξιαρχία που έχει φτάσει στην Ελλάδα παρελαύνει στους δρόμους της Αθήνας. Η αποστολή της, όπως την καθόρισε ο Τσόρτσιλ με τηλεγράφημά του στον Ιντεν 3 μέρες πριν, είναι να μη διστάσει «ν’ ανοίξει πυρ αν αυτό είναι απαραίτητο».



15 Νοεμβρίου 1944
Χίτες ανοίγουν πυρ εναντίον ειρηνικής διαδήλωσης στην οδό Πανεπιστημίου. Αγγλικά τμήματα καταφτάνουν για να προστατέψουν τους χίτες.



19 Νοεμβρίου 1944
Μεγαλειώδης συγκέντρωση στην Αθήνα για τα 26 χρόνια του ΚΚΕ.

22 Νοεμβρίου 1944
Ο Σκόμπι καλεί τους υπουργούς της Αριστεράς Σβώλο και Πορφυρογέννη και τους κάνει παρατήρηση για τα υψηλά ημερομίσθια που καθόρισε ο Πορφυρογέννης για τους εργάτες και υπαλλήλους. Τους ζητάει επίσης μέσα σε 24 ώρες να κάνουν δήλωση ότι «αποκηρύττουν τη χρήση βίας». Οι δύο υπουργοί αρνούνται με περιφρόνηση. Την ίδια μέρα ο Παπανδρέου μονογράφει απόφαση του υπουργικού συμβουλίου -στην οποία συμφωνούν ΕΑΜ και ΚΚΕ- για διάλυση του ΕΛΑΣ, του ΕΔΕΣ, της Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ιερού Λόχου και όλων των εθελοντικών σωμάτων ώς τις 10 Δεκέμβρη και δημιουργία εθνικού στρατού. Στη συνέχεια ο Παπανδρέου υπαναχωρεί. Επιχείρημά του ότι δεν δέχονται οι Αγγλοι τη διάλυση της Ορεινής Ταξιαρχίας. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ συνεχίζουν την προσπάθεια για συμβιβασμό.

27 Νοεμβρίου 1944
Επιτυγχάνεται συμφωνία στο στρατιωτικό ζήτημα: Θα καταρτιστεί τμήμα εθνικού στρατού, με ενιαία διοίκηση, από την Ορεινή Ταξιαρχία, τον Ιερό Λόχο, τμήματα του ΕΔΕΣ και μία ταξιαρχία των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, «έχουσα δύναμιν ίσην προς το άθροισμα των άνω δυνάμεων και με ίσον οπλισμόν».

28 Νοεμβρίου 1944
Ο Παπανδρέου υπαναχωρεί εκτελώντας διαταγές των Αγγλων. Ανακοινώνει στον Τύπο αλλοιωμένη τη συμφωνία. Το τμήμα στρατού που θα σχηματιστεί δεν προβλέπεται να έχει ενιαία διοίκηση. Επίσης δίνεται η δυνατότητα στον ΕΔΕΣ να έχει ίση δύναμη μ’ αυτή του ΕΛΑΣ, ξέχωρα από τις δυνάμεις της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Το ΚΚΕ ύστερα απ’ αυτό επαναφέρει την πρόταση για αποστράτευση όλων- Ορεινής Ταξιαρχίας, Ιερού Λόχου και ανταρτών- κάτι που και ο Παπανδρέου θεωρούσε λογικό αλλά αδύνατο λόγω της άρνησης των Αγγλων.

30 Νοεμβρίου 1944
Ο Παπανδρέου βγάζει διαταγή που καθορίζει τις ημερομηνίες διάλυσης του ΕΛΑΣ και της πολιτοφυλακής, χωρίς να έχει λυθεί μαζί με τους υπουργούς της Αριστεράς το πρόβλημα των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας.

1 Δεκεμβρίου 1944
Οι ΕΑΜίτες υπουργοί παραιτούνται σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη διαταγή μονομερούς αφοπλισμού του ΕΛΑΣ. Τεράστιες μαχητικές διαδηλώσεις του λαού σ’ όλη την Ελλάδα ενάντια στην κυβέρνηση Παπανδρέου και την αγγλική επέμβαση.



2 Δεκεμβρίου 1944
Στο Φάληρο αποβιβάζονται 6.000 Αγγλοι και δύο ελληνικά τάγματα από την Αίγυπτο. Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας ο Παπανδρέου ανακαλεί την άδεια που είχε δοθεί για το συλλαλητήριο του ΕΑΜ την επομένη.



3 Δεκεμβρίου 1944
Το συλλαλητήριο ξεκινάει. Εκατοντάδες χιλιάδες λαού κατακλύζουν την πλατεία Συντάγματος και του γύρω δρόμους. Τα συνθήματα «όχι άλλη κατοχή», «Παπανδρέου παραιτήσου» κυριαρχούν σ’ όλα τα χείλη. Στις 11 το πρωί η αστυνομία, με την προστασία αγγλικών τανκς, ανοίγει πυρ εναντίων των άοπλων διαδηλωτών. Δολοφονεί 28 και τραυματίζει 140. Ποιος όμως είχε δώσει τη διαταγή στους αστυνομικούς να χτυπήσουν; Την ευθύνη ανέλαβε 14 χρόνια μετά, με συνέντευξη του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (3/12/1958), ο διευθυντής της αστυνομίας Αγγ. Εβερτ. Αλλά κι αυτός βεβαίως διαταγές άλλων εκτελούσε στις οποίες αναμφιβόλως ήταν απολύτως σύμφωνος.


4 Δεκεμβρίου 1944
Κηρύσσεται γενική απεργία σ’ όλη την Ελλάδα. Ο λαός της Αθήνας οδηγεί τα θύματά του στην τελευταία τους κατοικία. Οταν η πομπή φτάνει στο Σύνταγμα οι διαδηλωτές γονατίζουν. Ορκίζονται στους νεκρούς και ψάλλουν το πένθιμο εμβατήριο. Ενα τεράστιο πάνω στην κεφαλή της πορείας γράφει: «ΟΤΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ, ΔΙΑΛΕΓΕΙ Ή ΤΙΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ Ή ΤΑ ΟΠΛΑ». Στην επιστροφή από το νεκροταφείο τα πλήθη δέχονται ένοπλη επίθεση από τους χίτες. Αλλοι 100 νεκροί και τραυματίες.




Ο Σκόμπι κηρύσσει στρατιωτικό νόμο. Βρετανικές δυνάμεις κυκλώνουν και αφοπλίζουν το 2ο Σύνταγμα της ΙΙ μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Ο ΕΛΑΣ αρχίζει τις επιχειρήσεις κατά των χιτών και των αστυνομικών τμημάτων της Αθήνας και του Πειραιά. Την επομένη, ο Σκόμπι θα πάρει διαταγή από τον Τσόρτσιλ να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται σε κατεχόμενη πόλη. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση ο λαός έπρεπε να διαλέξει. Και διάλεξε τα όπλα.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

6 Iουνίου1965 : Σαν σήμερα κυκλοφορεί το θρυλικό Satisfaction (tvxs.gr, 6/6/2014)

............................................................


6 Iουνίου1965

Σαν σήμερα κυκλοφορεί το θρυλικό Satisfaction


tvxs.gr, 06 Ιουν. 2014
Σαν σήμερα 6 Ιουνίου του 1965 κυκλοφορήσε το θρυλικό Satisfaction, το τραγούδι των Rolling Stones που σηματοδότησε μια ολόκληρη γενιά. Το Satisfaction υπήρξε έμπνευση του Κιθ Ρίτσαρντς. Η σύλληψή τους έγινε μάλιστα λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος και είναι ευτυχές το γενονός πως ο κιθαρίστας των Stones, σηκώθηκε, ψιθύρησε μια μελωδία σε ένα κασετοφωνάκι κι έγραψε σε ένα κομμάτι χαρτί τις λέξεις «I can't get no satisfaction».
 
Οι Stones, άρχισαν να δουλεύουν το κομμάτι στις αρχές Μαΐου στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Κλίαργουοτερ της Φλώριδα. Οι τολμηροί στίχοι ανήκουν στον Τζάγκερ. Ο Ρίτσαρντς δίσταζε αρχικά να προχωρήσει στην ηχογράφησή του, γιατί πίστευε ότι έμοιαζε με το τραγούδι των Martha and the Vandellas «Dancing in the Street», ωστόσο, πείστηκε και οι Stones, μπήκαν στο στούντιο Τσες στο Σικάγο στις 10 Μαίου 1965. Ξαναηχογράφησαν το κομμάτι λίγες μέρες αργότερα στο Λος Αντζελες, προσθέτοντας το κιθαριστικό μέρος.
Το «Satisfaction» κυκλοφόρησε στις 6 Ιουνίου 1965 στις ΗΠΑ ως προπομπός του άλμπουμ του συγκροτήματος «Out of our Ηeads». Στην Αγγλία και την υπόλοιπη Ευρώπη κυκλοφόρησε στις 20 Αυγούστου του ίδιου χρόνου.

Η επιτυχία του τραγουδιού ήταν άμεση και απογείωσε την καριέρα των Rolling Stones. Αμέσως μπήκε στο Hot 100 του Billboard και παρέμεινε στο Νο1 για τέσσερεις εβδομάδες.
Άμεσες ήταν πάντως και οι αντιδράσεις καθώς από κάποιους συντηρητικούς κύκλουτς το τραγούδι θεωρήθηκε ανήθικο και επικίνδυνο για την καθεστηκυία τάξη.
Σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης απαγορεύτηκε αρχικά κι έγινε γνωστό μέσα από τους πειρατικούς σταθμούς, ενώ και οι Stones σε κάποιες εμφανίσεις τους αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τους στίχους του τραγουδιού.

Πηγη: Lifo.gr

Eδώ μια soul εκτέλεση του τραγουδιού-θρύλος από την Aretha Franklin

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

«Auto da fe» στους 451 βαθμούς Φαρενάιτ Του Τάσου Τσακίρογλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 9/5/2013)

.................................................................

«Auto da fe» στους 451 βαθμούς Φαρενάιτ


Του Τάσου Τσακίρογλου

IMG


Τη νύχτα της 10ης Μαΐου του 1933, την πλατεία Μπέμπελ του Βερολίνου, αλλά και είκοσι ακόμα πλατείες της Γερμανίας, φώτιζε μια ιδιαίτερη φλόγα. Μια φωτιά που προκαλούσε στα μάτια κάποιων μια λάμψη τρόμου και άλλων μια λάμψη παράφορης χαράς και έκστασης που θύμιζε τα μεσαιωνικά auto da fe της Ιεράς Εξέτασης σε Ισπανία και Πορτογαλία, όταν ρίχνονταν στην πυρά «οι αιρετικοί και οι άπιστοι», προκειμένου να μετανοήσουν και να εξαγνιστούν.

Εκείνη τη νύχτα στη Γερμανία, όμως, στην πυρά δεν παραδίδονταν άνθρωποι, αλλά βιβλία και ό,τι αυτά εκπροσωπούσαν: ιδέες, αμφισβήτηση, γνώση, σκέψη, προβληματισμό. Αρα ό,τι πιο επικίνδυνο για ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που χτιζόταν συστηματικά από τους ναζί, με τις μεθόδους που το συνόδευαν: βία, καταστολή, λογοκρισία, έλεγχος της σκέψης και της έκφρασης, πογκρόμ και καταπίεση.

Μόνο στο Βερολίνο υπολογίζεται ότι κάηκαν περί τα 20.000 βιβλία, ανάμεσά τους έργα των Ε. Κέστνερ, Μπ. Μπρεχτ, Κ. Κάουτσκι, Χ. Μαν, Στ. Τσβάιχ, Σ. Φρόιντ, Κ. Μαρξ, Ε. Μαρί Ρεμάρκ, Φ. Βέρφελ, Ε. Χέμινγουεϊ, Τζ. Λόντον, Χέλεν Κέλερ. Στάχτη έγιναν και βιβλία του μεγάλου εθνικού ποιητή των Γερμανών, Χάινριχ Χάινε, ο οποίος στο έργο του «Αλμανσορ» (1820-21) είχε γράψει προφητικά: «Εκεί όπου καίνε βιβλία, μία ημέρα θα καίνε και ανθρώπους». Και όντως, πέντε χρόνια αργότερα, ακολούθησε η περίφημη Νύχτα των Κρυστάλλων, με την πυρπόληση των εβραϊκών συναγωγών, για να έρθει η κατάληξη με την «τελική λύση» και το Ολοκαύτωμα, όπου βρήκαν τον θάνατο εκατομμύρια Εβραίοι.

Η αντιμετώπιση του βιβλίου ως φορέα απαγορευμένης γνώσης, ως ενός σύγχρονου απαγορευμένου καρπού της βιβλικής Εδέμ, έχει μακρά ιστορία στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αφού πρώτη η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία συνέταξε τους περίφημους Index Librorum Prohibitorum (Κατάλογοι Απαγορευμένων Βιβλίων), αρχής γενομένης από την Ολλανδία το 1529, για να ακολουθήσουν η Βενετία και το Παρίσι το 1543 και 1551 αντίστοιχα. Το πρώτο Ρωμαϊκό Index ήταν έργο του Πάπα Παύλου Δ΄ (1559) και περιελάμβανε έργα των Γαλιλαίου, Κοπέρνικου, Φ. Μπέικον, Ερασμου κ.ά.

Το εχθρικό κλίμα κατά του γραπτού λόγου και του βιβλίου ως φορέα του, αλλά και ως κιβωτού μνήμης, περιέγραψε με αριστουργηματικό τρόπο το 1953 ο Ρέι Μπράντμπερι στο βιβλίο του «Φαρενάιτ 451», ένα δυστοπικό μυθιστόρημα (που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Φρ. Τριφό) για μια μελλοντική κοινωνία, στην οποία τα βιβλία παραμένουν απαγορευμένα και, όταν εντοπίζονται, ρίχνονται στην πυρά, όπου καταστρέφονται στη θερμοκρασία του τίτλου του.

Τη συζήτηση για το κατά πόσον θα ήταν αναγκαία σήμερα η απαγόρευση και το κάψιμο βιβλίων έχει συνοψίσει έξοχα ο Νιλ Πόστμαν στο εμβληματικό έργο του «Διασκέδαση μέχρι θανάτου». Εκεί υποστηρίζει ότι μεταξύ του Τζορτζ Οργουελ, ο οποίος φοβόταν εκείνους που θα καταργήσουν διά της βίας τη σκέψη και τα βιβλία, δηλαδή τους εκπροσώπους ενός ναζιστικού τύπου κράτους, και του Αλντους Χάξλεϊ, ο οποίος τρομοκρατούνταν με την ιδέα ότι κανείς δεν θα απαγορεύσει τα βιβλία, γιατί θα έρθει μια εποχή που κανείς δεν θα είναι διατεθειμένος να διαβάζει λόγω σύγχυσης και υπερπληροφόρησης σε έναν soft ολοκληρωτισμό, φαίνεται να δικαιώνεται ο δεύτερος.

Ή όπως έλεγε ο Μίλαν Κούντερα (αναφέρω από μνήμης): Από την εποχή που οι πάντες λογοκρίνονταν, θα φθάσουμε στην εποχή που όλοι θα γράφουν και θα μιλάνε, αλλά κανείς δεν θα τους ακούει.


Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Το κινητό τηλέφωνο γίνεται 40 ετών! (http://www.ikypros.com, 3 Απριλίου 2013)

..........................................................

Το κινητό τηλέφωνο γίνεται 40 ετών!
 
3 Απριλίου 2013  
Το κινητό τηλέφωνο γίνεται 40 ετών!
 
                             Ο πρωτοπόρος και οραματιστής στον κλάδο των ασύρματων    
                                    επικοινωνιών, Martin Cooper

Ήταν 3 Απριλίου 1973 όταν ο Μάρτιν Κούπερ, μηχανικός στην εταιρεία Motorola, τηλεφώνησε σε ένα συνάδελφό του, ο οποίος εργαζόταν σε ανταγωνίστρια εταιρεία τηλεπικοινωνιών και του ανακοίνωσε ότι του μιλάει από ένα «πραγματικό κινητό τηλέφωνο».
Το 2012, σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών, υπήρχαν έξι δισεκατομμύρια κινητά τηλέφωνα στον πλανήτη και την ίδια ώρα, ο πληθυσμός της Γης δεν ξεπερνούσε τα 7 δισ.

«Μέσα σε διάστημα 40 ετών, τα κινητά τηλέφωνα έχουν εξελιχθεί από επαγγελματικά εργαλεία σε είδη κατανάλωσης για επικοινωνία, πρόσβαση στο διαδίκτυο και πολλές άλλες λειτουργίες» αναφέρει ο δρ. Μάικ Σορτ, πρώην πρόεδρος του Ινστιτούτου Μηχανικής και Τεχνολογίας, μιλώντας στο BBC.

«Στο μέλλον, θα δούμε μια ακόμη μεγαλύτερη γκάμα συσκευών, αρκετές από τις οποίες θα τις… φοράμε» πρόσθεσε ο ίδιος.

«Θα δουλεύουμε ως άνθρωποι με όλες μας τις αισθήσεις. Η πρόοδος της τεχνολογίας στο χώρο των γυαλιών έχει ήδη αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα» τόνισε ο δρ. Μάικ Σορτ.

Ο «πατέρας» του κινητού τηλεφώνου, Μάρτιν Κούπερ είναι σήμερα 85 ετών. Θεωρείται ο «πατέρας» του κινητού τηλεφώνου.

Σε παλιότερη συνέντευξή του στο BBC, ο Μάρτιν Κούπερ παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το κόστος απόκτησης μιας συσκευής κινητής τηλεφωνίας θα ήταν τόσο προσιτό σήμερα.

Η συνέντευξη δόθηκε το 1983, όταν το κόστος απόκτησης μιας συσκευής κινητής τηλεφωνίας αντιστοιχούσε σε 3.500 δολάρια.

«Οραματιζόμασταν ότι μια μέρα οι συσκευές κινητής τηλεφωνίας θα ήταν τόσο μικρές που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να τις κρεμάσουν στο αυτί τους» ανέφερε ο Κούπερ.

Όπως είπε ο Κούπερ, η ιδέα για την κατασκευή του πρώτου κινητού τηλεφώνου «γεννήθηκε» στο τέλος της δεκαετίας του '60, όταν η εταιρεία ΑΤ&Τ ανακάλυψε το τηλέφωνο αυτοκινήτου.

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

"Αλβανικά δημοτικά τραγούδια για τους Ελληνες του ’40" Tου Παντελη Μπουκαλα ("Καθημερινή", 28/10/2012)

............................................................


Αλβανικά δημοτικά τραγούδια για τους Ελληνες του ’40     

Tου Παντελη Μπουκαλα


Μέρα που είναι σήμερα, ας διαβάσουμε ένα τραγούδι κι ας προσπαθήσουμε να το ακούσουμε κιόλας, στον ρυθμό που ταιριάζει στον καθέναν και με όποια δεύτερη, συνοδευτική φωνή ανακαλεί η μνήμη του: «Ντούτσε, πω πω κουτουράδα! / Τι σου έφταιξε η Ελλάδα; / Ηθελες και την Αθήνα. / Νόμιζες πως μες στο μήνα / θα την πάρεις κομπανία, / όπως την Αβησσυνία! // Μα στον τόπο αυτό οι μανάδες / γέννησαν παλικαράδες / που τη γη υπερασπίσαν, / σαν λαγό σε κυνηγήσαν / και σε πήγαν με μανία / ώς βαθιά στην Αλβανία! // Τρέχεις και ακόμα τρέχεις. / Γιατί κλαις, Ντούτσε, τι έχεις; / Φαιοχίτωνα, τρελάρα, / τι μεγάλη κουταμάρα! // Η στρατιά σου η ξακουσμένη / είναι τώρα διαλυμένη... / Η στρατιά σου πάει καλιά της, / άφησε τα κόκαλά της / κι όλη της την περηφάνια / λίπασμα για τα Βαλκάνια. // Πόσους έχεις αφανίσει / και τους έχεις χαραμίσει... / Ξεκινούσες για τη νίκη, / σ’ έπιασαν σαν το ποντίκι! // Ο Παπάγος σ’ το μηνούσε: / “Μακριά μου μείνε, Ντούτσε! / Σαν κοκόρι αν ξεκινήσεις, / σαν κοτούλα θα γυρίσεις. / Μη γαβγίζεις, θα σε δέσω, / σαν σκυλί να σε μερέψω”».
Οικείες οι λέξεις και γνώριμος ο ρυθμός στον οποίο συντάσσονται μέσα μας αυθόρμητα. Κι ωστόσο, όχι, δεν έχουμε εδώ κάποιο από τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο, ούτε ένα κομμάτι επιθεώρησης που έσβησε λησμονημένο ή απέμεινε σαν προσχέδιο στο χαρτί. Για λαϊκό τραγούδι πρόκειται, δημοτικό για την ακρίβεια, μια και οι δύο αυτοί όροι δεν ταυτίζονται πια. Για δημοτικό τραγούδι δικό μας, αφού μας αφορά, για μας μιλάει, για τους παππούδες μας, και στον ίδιο τόνο με τον οποίο μιλούσαν και τα γνωστά μας τραγούδια του ’40, τα προτρεπτικά για τους πολεμιστές, τα χλευαστικά για τον Ντούτσε. Αλλά και πάλι, ληξιαρχικά, ως προς την πατρότητα και την επωνυμία (την εθνική, γιατί άλλη πατρότητα δεν νοείται στη δημοτική τέχνη), το τραγούδι δεν είναι δικό μας. Φτιάχτηκε για τους Ελληνες, τιμά ανεπιφύλακτα τους Ελληνες και τους δοξάζει για τον ηρωισμό τους, αλλά είναι δημιουργημένο από ανθρώπους άλλου λαού, άλλου έθνους.
Δεν πρόκειται για φιλολογικό αίνιγμα. Το τραγούδι φτιάχτηκε το ’40 από ανώνυμους Αλβανούς. Και φτιάχτηκε φυσικά στη γλώσσα τους. Η πειστική μεταφορά του στα ελληνικά, σε ομοιοκατάληκτους οκτασύλλαβους στίχους (αυτός είναι ο δρόμος της αλβανικής δημοτικής ποίησης), οφείλεται στον δημοσιογράφο Θωμά Στεργιόπουλο, Ελληνα της μειονότητας στην Αλβανία. Πηγή μου, το βιβλίο «Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας: Ανθολογία αλβανικής δημοτικής ποίησης», που εκδόθηκε το 2007 από τις «Ροές», με εισαγωγή και μετάφραση του Στεργιόπουλου, επιμέλεια της Παυλίνας Παμπούδη και επιλεγόμενα του Ισμαήλ Κανταρέ. Κι όσο και να δυσφορούν εκείνοι που συναριθμούν τους Αλβανούς στους προαιώνιους εχθρούς των Ελλήνων, δεν έχουμε εδώ μια γραμματολογική παραξενιά χωρίς πολλή σημασία. Αν το τραγούδι είχε επώνυμο δημιουργό, συγκεκριμένο, έναν φιλέλληνα όπως λέμε, η αξία του θα κρινόταν στο πλαίσιο αυτό και με αυστηρότερους όρους: πόσο ποίημα είναι ή πόσο εξαντλείται στη ρητορική του συναισθήματος.
Παραξενιά, λοιπόν, θα ήταν αν επρόκειτο για έργο-άπαξ, που δημιουργήθηκε στην ψυχική υπερένταση πάνω στα αλβανικά βουνά, όταν οι δύο λαοί βρέθηκαν να πολεμούν τον ίδιο αντίπαλο, τους Ιταλούς κι ύστερα τους Γερμανούς. Αλλά όσο απλοϊκό κι αν θεωρήσουμε το τραγούδι αυτό (με τα ίδια κριτήρια, απλοϊκά είναι και τα δικά μας του ’40), δεν είναι ορφανό. Στο ίδιο βιβλίο έχουν επιλεγεί προς δημοσίευση άλλα τέσσερα αλβανικά δημοτικά εξυμνητικά για τους Ελληνες, καθώς και ένα ακόμη, σε χαμηλότερους τόνους αυτό αλλά εξίσου συγκινημένο και συγκινητικό, για τα πάθη της Ελλάδας από την πείνα στην Κατοχή. Υπάρχουν βέβαια και δημοτικά αφιερωμένα στον αντιφασιστικό αγώνα του ίδιου του αλβανικού λαού, «ελάχιστα γνωστό στην Ελλάδα», όπως σωστά σημειώνει ο Στεργιόπουλος. Σε ένα μάλιστα, Αλβανοί και μειονοτικοί δοξάζονται ως συμπολεμιστές: «Μειονοτικοί αντάρτες / μάχονται κι αυτοί μαζί μας. / Αλβανοί κι Ελληνες ένα, / πολεμάμε για τη γη μας». Αντιφασιστικά αλβανικά τραγούδια περιέχει και το βιβλίο του Βασίλη Νίκα «Δημοτικά τραγούδια της ελληνικής μειονότητας», που εκδόθηκε στα Τίρανα το 1988, επί Ραμίζ Αλία, όταν η σκιά της ιδεολογικής χρήσης του παρελθόντος ήταν πολύ βαριά.
Χρειάζεται μεγάλη ψυχική τσιγκουνιά ή αθεράπευτη προκατάληψη για να ανασύρει κάποιος από τη φιλολογική του αποθηκούλα την αυστηρή ζυγαριά που θα κρίνει τον βαθμό καλλιτεχνικής αρτίωσης των αυθόρμητων λαϊκών στίχων. Αποτελεί άλλωστε κοινή διαπίστωση των μελετητών της δημοτικής ποίησης, στον τόπο μας και αλλού, ότι η φθορά της με τον χρόνο είναι ευδιάκριτη. Οσο ο αγροτικός πολιτισμός αντικαθίσταται από τον αστικό και ο προφορικός από τον γραπτό και όσο αποσαθρώνονται και απορρυθμίζονται οι ανθρώπινες κοινότητες, ο δημοτικός ποιητικός λόγος τραυματίζεται, υποχωρεί, σβήνει. Κι όταν οι συνθήκες ευνοούν την επανεμφάνισή του, ένας νέος πόλεμος λ.χ., συνήθως έχουμε να κάνουμε με έναν μιμητικό απόηχο, γεγονός πάντως που δεν τον εμποδίζει να συγκινήσει. Και τα δικά μας νεότερα δημοτικά, όσα πλάστηκαν για τον Μακεδονικό Αγώνα ή την Εθνική Αντίσταση, αλλά και όσα δοκίμασαν να ιστορήσουν τα βάσανα των νέων μεταναστευτικών γενεών, στην εκμετάλλευση των δεδομένων βασίστηκαν, στην επανάληψη των παλαιών μοτίβων και ρυθμών. Και ίσως μόνο στα δίστιχα, τα ερωτικά προπάντων κι ύστερα τα σκωπτικά, υπάρχει ακόμα αξιόλογη παραγωγή.
Ενα δεύτερο δείγμα από τα αλβανικά δημοτικά: «Ντούτσε, να σου σκάσει η κούτρα! / Βρε φασίστα, με τι μούτρα / κίνησες με τη στρατιά σου; / Τα ’θελες όλα δικά σου. // Και ενός στρατού βαρβάτου / έσπειρες τα κόκαλά του / στα ποτάμια, στα πηγάδια, / στα βουνά και στα λιβάδια... / Στ’ Αργυρόκαστρο που μπήκες, / λίγο δύσκολα τα βρήκες. / Και μετά σε βρήκε η μπάλα / και σαν τ’ άλογο πιλάλα / έφτασες με τα σπιρούνια / στης Μηλιάς τα κορφοβούνια. [...] Μα οι Μοραΐτες φτάσαν / και τα σχέδια σού χαλάσαν. // Πάλεψαν σώμα με σώμα / κι έφαγε ο στρατός σου χώμα! / Ελληνες, μια χούφτα ήσαν / και, καημένε, σε νικήσαν. // Το στρατό σου τον χουγιάξαν / σαν τα γίδια τον προγκήξαν».
Είπα ήδη ότι δεν πρόκειται για φιλολογική παραξενιά. Αλλά ούτε ιστορικό παράδοξο είναι, χωρίς παρελθόν και διάρκεια: οι άλλες σελίδες αυτής της ιστορίας που δικαιούται επανανάγνωση γράφτηκαν όταν η αλβανική δημοτική μούσα έκλαψε τον Παύλο Μελά και, το 1821, τραγούδησε τον Ανδρούτσο, τον Καραϊσκάκη, τον Φώτο Τζαβέλα, τον Μάρκο Μπότσαρη βέβαια, τη Χίο και το Μεσολόγγι. Αλλά γι’ αυτά, στη δική τους μέρα.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

12 Οκτωβρίου 1944: Η απελευθέρωση της Αθήνας 12 Οκτωβρίου 2012 / Αρθρο του/της: Christianna Loupa (http://www.palmografos.com, 12/10/2012)

.............................................................

12 Οκτωβρίου 1944: Η απελευθέρωση της Αθήνας

 


image

Στις αρχές του Οκτωβρίου του 1944 η αντίστροφη μέτρηση για τη χιτλερική Γερμανία έχει ήδη αρχίσει, καθώς βρετανικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη χειμαζόμενη από τις δυνάμεις του Άξονα μαρτυρική ελληνική γη. Ο γερμανικός στρατός εγκαταλείπει σταδιακά την Πελοπόννησο και τα νησιά και στις 12 Οκτωβρίου αποχωρεί από την Αθήνα, σφυροκοπούμενος διαρκώς, αλλά ανατινάζοντας εγκαταστάσεις στον Πειραιά και βυθίζοντας πολλά ελλιμενισμένα πλοία. Ο ΕΛ.Α.Σ. τις μέρες εκείνες δίνει την τελευταία μεγάλη μάχη κατά των κατακτητών, εμποδίζοντάς τους να ανατινάξουν το ηλεκτροπαραγωγικό εργοστάσιο του Κερατσινίου. Οι μάχες στη Βόρεια Ελλάδα συνεχίζονται, ωστόσο, με αμείωτη ένταση.



Χαρακτηριστικό είναι πάντως ότι το πρωί της 12ης Οκτωβρίου, πριν την αποχώρησή τους, οι κατακτητές είχαν το θράσος να καταθέσουν στεφάνια στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Στεφάνια που λίγο αργότερα ο βασανισμένος λαός ποδοπάτησε με μανία.

 

"Μέχρι το μεσημέρι τα χαρμόσυνα νέα είχαν κυκλοφορήσει σε κάθε γωνιά της πρωτεύουσας και οι Αθηναίοι ξεχύνονταν στους δρόμους. Μια λαοθάλασσα, που ξεκινούσε από το Σύνταγμα και έφτανε μέχρι τη συμβολή Πατησίων και Αγίου Μελετίου, ζούσε το απόλυτο παραλήρημα. Μια μέρα αλλιώτικη, ονειρεμένη, που λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν. Μια  μεγάλη παρένθεση μέσα στο χρόνο έκλεινε, μια δύναμη πανίσχυρη ένωσε ξανά το κομμένο νήμα της ζωής, δίνοντας πνοή στα κορμιά των νεκροζώντανων κατοίκων της κουρσεμένης πόλης.
Επιτέλους, εκείνο το πρωινό δεν θα αντίκριζαν τον αγκυλωτό σταυρό στο βράχο της Ακρόπολης, που επί τριάμισι χρόνια βεβήλωνε τα κατάλευκα ιερά μάρμαρα του Παρθενώνα! Εκείνο το πρωινό ο αέρας μοσχομύριζε, ο ήλιος έλαμπε αλλιώτικα, τα πουλιά είχαν ξεθαρρέψει και τα κορίτσια είχαν γίνει τόσο όμορφα! Εκείνο το πανέμορφο πρωινό ο χρόνος που τόσον καιρό είχε παγώσει, άρχιζε και πάλι να κυλά.
Τι παραλήρημα ξέφρενης χαράς ήταν εκείνο! Πού βρέθηκαν τόσα λουλούδια; Πόσοι κήποι, πόσες γλάστρες άνθισαν ξαφνικά και γέμισε ο τόπος λευκά, κόκκινα, ροζ, κίτρινα μοσχομυρωδάτα λουλούδια! Στο Σύνταγμα και στην Ομόνοια το πλήθος ραίνει τα τζιπ των Άγγλων με λουλούδια. Φιλάει τους στρατιώτες, τους σηκώνει στα χέρια, τους αποθεώνει. Σπρώχνοντας για να περάσει, τραγουδώντας και χορεύοντας, ο κόσμος αγκαλιάζεται, φιλιέται κι ας μην ξέρει με ποιους. Τι σημασία έχει! Χριστός ανέστη, ακούγεται από όλα τα στόματα! Μουσική βγαίνει από τα μεγάφωνα του δρόμου. Τα παιδιά κυματίζουν χαρούμενα τις χάρτινες σημαιούλες, ελληνικές και συμμαχικές. Όλοι χορεύουν και τραγουδούν αγκαλιασμένοι.
Δε θα μπορούσαν, βέβαια, να λείψουν από τη μεγαλύτερη χαρά που γνώρισε ποτέ η Αθήνα, οι πρωτομάρτυρες της λευτεριάς: Οι ανάπηροι του μετώπου, χαμογελαστοί πάνω στα καροτσάκια τους. Και στροβιλιζόταν ο κόσμος μέσα στη δίνη της χαράς, μη μπορώντας ακόμα να διακρίνει αν αυτά που ζούσε ήταν όνειρο ή πραγματικότητα.
Πού βρέθηκαν τόσες φωνές, αλήθεια! Πώς κατάφεραν να βγουν μέσα από τα αδυνατισμένα πνευμόνια! Ο κόσμος είχε ξεχάσει να μιλά μεγαλόφωνα. Ο φόβος υπαγόρευε τον ψίθυρο.
Τόσο φως πού βρέθηκε και ξεχύθηκε μέσα στα σπίτια από τα διάπλατα παράθυρα! Τριάμισι χρόνια όλοι ζούσαν με κλειστά παραθυρόφυλλα κι επτασφράγιστες καρδιές. Είχε γίνει τρόπος ζωής το ζοφερό σκοτάδι.
Και τόσα χαμόγελα! Το γέλιο ήταν κακούργημα και η χαρά πλημμέλημα για κάθε Έλληνα, για κάθε εξανδραποδισμένο και κατακτημένο.
Στο μεταξύ, Ατθίδες με εθνικές ενδυμασίες μεταφέρουν και υψώνουν στην Ακρόπολη την ελληνική σημαία, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών δεν έχουν σταματήσει να χτυπούν ούτε λεπτό από το πρωί.
Και να 'μαστε τώρα εδώ, ξαναγεννημένοι από τις στάχτες μας, από την κολυμπήθρα του Σιλωάμ βγαλμένοι, της ελευθερίας άπληστα να ρουφάμε τους χυμούς.
Τελικά, δεν τα πήρε όλα ο πόλεμος!
Σε λίγες μέρες η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας φτάνει στην ταραγμένη Αθήνα. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου θα υψώσει την κυανόλευκη και πάλι στον ιστό της, εκεί που ανήκει, στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, που η σβάστικα επέμενε τόσα χρόνια να μολύνει.
Από τότε και μετά, η ζωή καρκινοβατώντας παλεύει να βρει ξανά τους ρυθμούς της. Ένα βήμα εμπρός, δύο πίσω. Ο πληθωρισμός και οι στερήσεις συνεχίζονται, το ίδιο και οι πυροβολισμοί και οι σκοτωμοί. Μα τί άλλαξε λοιπόν; Δεν τελείωσε ο πόλεμος; Ποιοι είναι πάλι ετούτοι που σκοτώνονται και σκοτώνουν;
Είναι οι Έλληνες που σκοτώνουν τους Έλληνες. Είναι τα παιδιά της ετοιμοθάνατης Ελλάδας, που τσακώνονται για την κληρονομιά..."[1]
Παρ’ όλα αυτά, «Τώρα νιώθουμε ένα μεγάλο και ασυγκράτητο λαϊκό κύμα που μας σηκώνει και μας παίρνει. Τι ακριβώς θέλει αυτή η μάζα βέβαια κανείς δεν το ξέρει, ούτε τα πιο συνειδητά μέλη της. Δεν είναι το βιομηχανικό προλεταριάτο των μεγάλων ευρωπαϊκών κέντρων με τις συγκεκριμένες οικονομικοκοινωνικές επιδιώξεις του επιστημονικού σοσιαλισμού. Εδώ έχουμε να κάμουμε με δυνάμεις αλόγιστες. Στον αέρα υπάρχει Ρωσική Επανάσταση, μα και Γαλλική Επανάσταση και Κομμούνα του Παρισιού και απελευθερωτικός εθνικός πόλεμος και ποιος ξέρει τι άλλα θολά στοιχεία που δεν τα ξεχωρίζουμε ακόμα», παρατηρεί ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς και πολύ προφητικά συμπληρώνει: «Έφτανε ένα σπίρτο για να πάρει η Αθήνα φωτιά, σαν ένα δοχείο μπεντζίνα».
Παράλληλα, η τριμελής Κυβερνητική Επιτροπή (Φ. Mανουηλίδης, Γ. Zεύγος, Θ. Tσάτσος),  που εγκαθίσταται στα Παλαιά Ανάκτορα αμέσως μετά την αποχώρηση των Ούννων, στέλνει το ακόλουθο τηλεγράφημα στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, που βρίσκεται στην Ιταλία: «Ο βραχνάς της σκλαβιάς τελείωσε στην Aθήνα. Mε το αναφιλητό μιας ανέκφραστης χαράς χαιρετάμε την Eθνική Kυβέρνηση. O Λαός, ο ηρωικός Λαός των Aθηνών, γιορτάζει αδελφωμένος την λευτεριά του».

 


Πράγματι, στις 18 Οκτωβρίου η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας φτάνει στην Αθήνα. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου θα υψώσει την κυανόλευκη και πάλι στον ιστό της, εκεί που ανήκει, στο  βράχο της Ακρόπολης και θα μλήσει στο λαό μέσα σε κλίμα απαράμιλλης συγκίνησης, επικαλούμενος εθνική ομοψυχία.
Αλίμονο όμως! Πόσο γρήγορα θα ξεχαστούν όλα αυτά! Τα πρώτα συννεφάκια αρχίζουν να διαφαίνονται στον αττικό ουρανό, καθώς έχει ήδη προηγηθεί η συνάντηση Τσόρτσιλ – Στάλιν στη Μόσχα, όπου οι δύο άντρες καθόρισαν τις σφαίρες επιρροής των Βαλκανίων.
Δύσκολες μέρες ξημερώνουν για τη μικρή μας χώρα, που δεν πρόλαβε να χαρεί την ελευθερία της. Ένας καινούριος χειρότερος αδελφοκτόνος πόλεμος ξεκινά, που θα γυρίσει την Ελλάδα πολλά χρόνια πίσω, τη στιγμή που η υπόλοιπη Ευρώπη ξαναγεννιέται από την τέφρα της.
[1] "Μετά την Κατστροφή, Σμύρνη-Κατοχή", Χριστιάννα Λούπα, Εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ, 2003

Χριστιάννα Λ