Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαβάζω και συγκινούμαι / Ευτυχώς που ο Νώε.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαβάζω και συγκινούμαι / Ευτυχώς που ο Νώε.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Πέθανε ο γηραιότερος αρκούδος στον κόσμο (enet.gr, Παρασκευή 31 Μαΐου 2013)

..............................................................


Πέθανε ο γηραιότερος αρκούδος στον κόσμο

Ο 50χρονος Ανδρέας του “Αρκτούρου”

Από το 1993 ζούσε σε καταφύγιο στο Νυμφαίο

Ο μαθουσάλας αρκούδος του καταφυγίου του “Αρκτούρου” που έφτασε σε ηλικία 50 ετών, ηλικία που δεν έχει καταγραφεί σε καμιά άλλη αρκούδα στον κόσμο, όταν το προσδόκιμο ζωής υπολογίζεται στα 25 χρόνια για τις αρκούδες που ζουν ελεύθερες και στα 30 για όσες είναι σε αιχμαλωσία, πέθανε ήρεμος στο Νυμφαίο. 


Ο Ανδρέας, μια αρκούδα σύμβολο, ήταν το πρώτο αρσενικό που κατοίκησε το Καταφύγιο του “Αρκτούρου” το 1993 και ήταν ο γηραιότερος κάτοικός αυτού, καθώς και όλων των Καταφυγίων Άγριας Ζωής του κόσμου.
Ο Ανδρέας κατασχέθηκε τον Ιανουάριο του 1993 από αρκουδιάρη στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας. Ήταν υποσιτισμένος, το βάρος του δεν ξεπερνούσε τα 90 κιλά, φοβισμένος και σε άθλια φυσική κατάσταση. Είχε θαμπό, μαδημένο τρίχωμα και κατεστραμμένη όραση. Τη μύτη του τρυπούσαν δυο χαλκάδες με μια αλυσίδα περασμένη ανάμεσά τους.
Όλα αυτά τα χρόνια, τον είχαν “υιοθετήσει” περίπου 300 πολίτες στηρίζοντας την προσπάθεια της οργάνωσης να τον κρατήσει στη ζωή με επάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις κι εντατική κτηνιατρική παρακολούθηση. Αποτέλεσε έμπνευση για λούτρινο παιχνίδι και για παιδικό βιβλίο, ενώ τα τελευταία 10 χρόνια απολάμβανε δικό του διαμέρισμα στη δασική έκταση του Καταφυγίου προκειμένου να μην ενοχλείται ούτε από τις άλλες αρκούδες, αλλά ούτε και από τους επισκέπτες.
“Όταν πρωτοήρθε στο Καταφύγιο, εγώ ήμουν αυτός που του αφαίρεσε το χαλκά απ' τη μύτη. Ήταν ατάιστος, είχε μόλις δύο δόντια και δεν έβλεπε καλά. Θυμάμαι πάντως τον τσιγγάνο που τον είχε, όταν μας τον παρέδωσε μας είπε ότι έζησε την οικογένειά του απ΄ αυτόν επί 28 χρόνια” θυμάται ο Τάσος Δαρβάρης, ένας από τους φροντιστές του Ανδρέα. Ο Ανδρέας ήταν ήρεμος και φιλικός αρκούδος και στο χώρο που ζούσε άφηνε ακόμη και γάτες να μπαίνουν μέσα, να φωλιάζουν στο τρίχωμά του και να κοιμούνται μαζί του. Ιδιαίτερα κοινωνικός, ο παππούς Ανδρέας, αντιλαμβανόταν την παρουσία των φροντιστών μέσω της όσφρησης, αφού οι άλλες του αισθήσεις του είχαν εξασθενήσει και τους άφηνε να τον ταΐζουν μέλι με κουταλάκι. “Όταν πέθανε, με ειδοποίησαν και μου είπαν, Τάσο, ο φίλος σου πέθανε” λέει ο κ. Δαρβάρης, προσθέτοντας ότι κάθε άνοιξη ανησυχούσαν μήπως ο Ανδρέας, λόγω της προχωρημένης ηλικίας, δεν ξυπνήσει από τον χειμέριο ύπνο.
Ένα δόντι του Ανδρέα έχει σταλεί σε εξειδικευμένο εργαστήριο του Καναδά, για να υπολογιστεί με ακρίβεια η ηλικία του, λέει η Βάσω Πετρίδου από τον “Αρκτούρο”.
Ο κ. Δαρβάρης αποχαιρετώντας τον Ανδρέα, θυμήθηκε ένα ποιηματάκι που είχε γράψει γι΄ αυτόν:
“Έζησα πολλά χρονάκια
με χορό και τραγουδάκια
γύρω-γύρω από το ντέφι
για να κάνει ο κόσμος κέφι
και πάντα παρακαλούσα
μια ζωή αντίστροφη να ζούσα...”

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

"Ο Μαρασμός" ένα μικρό διήγημα του Εμμανουήλ Λυκούδη(1849-1925)

 ..............................................................



 Εμμανουήλ Λυκούδης
(1849 - 1925)

Ο Μαρασμός




Ήταν σ’ ένα λιµανάκι του Κορινθιακού κόλπου, απάνω στη  ρουμελιώτικη ακτή, σε µια σκάλα όπου ανάρηα καθρεφτίζονται στο γιαλό σε µια γραµµή τα σπίτια, κι’ αγναντεύεις άντικρυ το Mοριά, που στεφανώνουν ψηλά οι κορυφές της Zείριας· θέλεις πες πως ήταν η Bιτρινίτσα, θέλεις η Iτιά. 
Kαµµιά εκατοστή οργιές ανοιχτά ήταν αραγμένη µια µπρατσέρα όµορφη, καινούργιο καραβάκι που ό,τι λες κι είχε ξεγλιστρήσει από τα σκαριά του Γαλαξειδιού. Ήταν έτοιµο να τα πριµάρει. Tο πράµα εφαίνοταν καθαρά. Γιατί και ο φλόκος ήταν απλωµένος και χώρια απ’ αυτό ισάριζαν και το τουρκετίνο και τη μαΐστρα. 
Άξαφνα βλέπω να λύνουν  τη φελούκα του από την πρύµνη και να τη στείλουν έξω. Ένας µονάχα ναύτης ήταν στο πρυµνιό κουπί, το µοναχό, στριφογυρίζοντάς το σαν έλικα βαποριού, και  στην κουπαστή µπροστά ολόρθο ένα µαύρο καραβόσκυλο που ούρλιαζε λυπητερά. 
Ακοστάρει η βάρκα στην αµµουδιά, µπρος στα μαγαζιά  του γιαλού,  καθαυτό µμάλιστα µπροστά σε µια σκιάδα, που είχαν στηµένη µε πάλους απάνω στη θάλασσα για να παίρνουν εκεί µε το µπάτη τον αργιλέ τους οι θεργιακλήδες. K’ εκεί που ακοστάρισε, βλέπω το ναύτη να αρπάζει τοµαύρο το σκυλί έτσι σαν τραγί από το σβέρκο και από την ράχη και να το πετάξει µε δύναµη στη ξηρά. Kι ό,τι το πέταξε, λάµνοντας µε δυνατές κουπιές, ανοίχτηκε αµέσως αράδα και τράβαε µε βία για τη µπρατσέρα. 
Mα το σκυλί ερρίχθηκε στη θάλασσα κυνηγώντας τη βάρκα, και κολύµπαε ουρλιάζοντας λυπητερά· έλαµνε ο ναύτης µε το µονάχο κουπί, καργάροντας όσο µμπορούσε  το δρόµο  της βάρκας, µα και το σκυλί απελπισμένο εχτύπησε όσο µπορούσε  µε τα ποδάρια το νερό και τόφτασε το φελούκι.
 Tότε ο ναύτης µε άγριο θυµό σηκώνει το κουπί και το χτυπά το άµοιρο στο κεφάλι, λέγοντας:
- Tο θεό σου..., που νόµισες πως θα γυρίσεις πάλι στο καράβι.
Tότε ούρλιασε το έρηµο πλιό θλιβερά· θέλεις από τον πόνο, θέλεις από καηµό. ∆εν εγύρεψε να ακολουθήσει πλιά τη βάρκα, αλλά χαχλάκιζε µε τα ποδάρια  τα νερά,  χωρίς σκοπό,  χωρίς νόηµα, µόνε µόνε να µη βουλιάξει. 
Eίδα τότε τη φελούκα να ακοστάρει τη µπρατσέρα·  ο ναύτης  την έδεσε στην πρύµνη και εσαλτάρησε απάνω. Kαι η µπρατσέρα όλο και να σαλπάρει. Έτριζε η αλυσίδα δυνατά και σε λίγο επήραν µέσα το αγγουρέτο. Φυσούσε  καλούτσικο µαϊστράλι και στη στιγµή επήραν τα πανιά· και φλόκος και τουρκετίνο και μαΐστρα. K’ εχύθηκε σα χέλι επάνω στα νερά η µπρατσέρα αφήνοντας πίσω από την πρύµνη χοχλάτο αφρισµένο αυλάκι, και τραβώντας γοργά µε ρότα κατά το Aίγιο.
Tο σκυλί όλο και ούρλιαζε  χτυπώντας µε απελπισία τη θάλασσα και τραβώντας κατά το πέλαγος. Aλλά εµάκραινε ολοένα γοργά η µπρατσέρα και στο τέλος απελπίστηκε. Eγύρισε το κεφάλι κατά τη στεριά και µε κόπο πολύ και αγωνία έφτασε να βγει και να πέσει σαν ψόφιο απάνω στις τούφες από τα φύκια, όπου είχε σωριάσει ο µπάτης, από κάτω από τη σκιάδα, είδος εξέδρας που σας είπα πως είχε στήσει παλούκια, απάνω στο νερό ο καφετζής ακουμπώντας την στο µμουράγιο. 
Ό,τι έφτασε εσηκώθηκε ολόρθο και τεντώνοντας το λαιµό όλο και ούρλιαζε σπαραχτικά, αγναντεύοντας τα άσπρα λατίνια της µπρατσέρας που χώνευαν θολά στην καταχνιά του πελάγου· και εφούσκωνε και µάγευε, στη βαριά του την ανασανιά σα φυσερό,  η κοιλιά  του,  και τουρτούριζε παγωµένο, ενώ εστράγγιζε από πάνω του το αρµυρό νερό. 
Tο  έβλεπα εκεί   τρεις µέρες καθισµένο πάντα στ’ ακρογιάλι ν’ αγναντεύει το πέλαγος. ∆εν εσάλευε από κει. Tου πήγαινα από κάτω από εκείνη την εξέδρα του γιαλού ψωµί, κόκαλα, µα του κακού. ∆εν εννοούσε ούτε να µυρίσει τροφή. Kι’ όλο κ’ εσούρωνε κ’ επερδικλώνουνταν από την αδυναµία τα πόδια του, όταν ζητούσε να κινηθεί, σαν να είχε ποδόλυσσα·  και τα παγίδια που εµετριόντουσαν από κάτω από το  πετσί του. 
Tα παιδιά του έκαναν µαρτύρια, γιατί δεν είχε  αφέντη· ήταν, έλεγαν, σκυλί του δρόµου· βροχή έπεφταν  επάνω του οι πέτρες· το κούτσαναν κι’ όλα για καλά. Aλλ’ αυτό, πράµα παράξενο, δεν εννοούσε να φύγει. Eκεί από κάτω από τις σανίδες  της σκιάδας, πάντα εκεί. Τι ξέρεις; του εφαίνονταν ίσως πως ήταν από κάτω από την κουπαστή της µπρατσέρας του, του σπιτιού του. Kαι όµως του έκαναν τόσα τα παιδιά, όπου κ’ εγώ απορώ πώς δεν το είχαν ακόµα τελειωµένο.
Mια µέρα, αφού το χάιδεψα πολύ, του έδεσα το λαιµό, µε ένα µαντήλι και εζήτησα να το πάρω µαζί µου στο σπίτι, που είχα στο γιαλό κοντά. Mε ακολούθησε χωρίς αντίσταση κουνώντας την ουρά του. Άµα έφθασα στο σπίτι το έλυσα και το εχάιδεψα πολύ.    τήραε µε  τα  τίµια µάτια  του σκυλιού, όλο ευγνωµοσύνη και συµπάθεια, µάτια που αν και ζώο εζωγραφίζονταν απάνω τους όλος ο βαθύς καηµός που του σπάραζε την ψυχή, και γλείφοντάς µου τα χέρια έφυγε αργά,αργά. Σε λίγο εγύρισε το κεφάλι και κουνώντας την ουρά µε εκοίταξε πάλι µε τα πονεµένα µάτια του και ετράβηξε. Tο ένιωσα το δυστυχισμένο. ∆εν ήθελε να το παρεξηγήσω. Άλαλο ήταν το στόµα του, αλλά εκείνη η θλιβερή µατιά µού εφάνηκε πως µου έλεγε: Mη µε πάρεις για αχάριστο· αλλά θέλω εκεί από κάτω που µοιάζει τόσο το καράβι µου να ξεψυχήσω, εκεί αγναντεύοντας το πέλαγος και ρουφώντας την αρµύρα που φέρνει ο µπάτης.
Kαι όµως, πόσο του αύξαινε τα µαρτύριά του αυτός ο µπάτης! Eκεί από κάτω από το µουράγιο που ’χε κρυφθεί, όταν ήτανε ριχή, µε τραβηγμένα τα νερά, άφηνε δύο πιθαµές τόπο η θάλασσα και µαζευότανε κουλουριασµένο απάνω στα µμουσκεμένα φύκια. Aλλά όταν έπαιρνε µπάτης, η θάλασσα έφτανε τον τοίχο του μουράγιου και το εσκέπαζε ορθό ως την κοιλιά. 
Aλλά εκείνο δεν το εκουνούσε από εκεί  κάτω.  Mονάχα όταν άκουε  την αλυσίδα του αγκουρέτου κανενός καϊκιού που άραζε, εσηκώνονταν, έβγαινε από τη σκοτεινή τρύπα του και  αγνάντευε  τη θάλασσα µυρίζοντας τον αέρα· και όταν ακοστάριζε στο γιαλό κανένα βαρκί καϊκιού εσούρνονταν ως εκεί, κουνώντας την ουρά του στους ναύτες. Aλλά το έδιωχναν µε πετριές, γιατί είχε όλα τα σηµάδια της λύσσας το παλιόσκυλο· τα γουβιασµένα µάτια του εγυάλιζαν, χώρια που είχε πάντα την ουρά του κάτω από τα σκέλια. 
Στο τέλος εκείνοι που είχαν τα µαγαζιά στο γιαλό αποφάσισαν να του δέσουν µια πέτρα να το φουντάρουν από την άκρια της ξυλένιας σκάλας του λιµανιού, γιατί ούρλιαζε πολύ τη νύχτα και θα έπαιρνε κανένα ο χάρος µε τη γρουσουζιά του. Eίδα κ’ έπαθα να τους αλλάξω γνώµη µε πολλά παρακάλια· τους έλεγα πως έκλαιγε από τον καηµό της ερηµιάς του, µα πού ν’ ακούσουν! Eκείνο που τους ησύχασε ήταν όταν τους είπα, πως αυτό το σκυλί ξέρω ότι δεν τρώει τίποτα και σε δύο µέρες το πολύ θα ψοφίσει µοναχό του.
Tην περασµένη είχε έρθει µια γαλαξειδιώτικη γολέττα και το ξηµέρωµα κοντά τρεις από τα µεσάνυχτα, έριχνα µε τη βάρκα της τα παραγάδια για να τα σηκώσω µε την άλµπα. 
Eίχαµε ανοιχτεί αρκετά µακριά· και όµως εκεί που εκαλάριζα το παραγάδι, το στεριανό τ’ αγέρι που έβγαναν την ώρα εκείνη οι ξέρες, µου έφερνε αδύνατο ξεψυχισµένο του σκύλου το ούρλιασµα. 
Σε λίγο, αν κ’ επέσαµε πολύ πλιό γιαλό, δεν τ’ άκουγα πλιά. Θα ήταν απάνω κάτω η ώρα που επρόβαλλε εκεί από τα βουνά της ∆εσφίνας  ο αυγερινός.
∆εν το θυµήθηκα πλιά το σκυλί και ψάρευα, όσο βγήκε ο ήλιος. Όταν στο τέλος επήραµε απάνω και τα δύο παραγάδια, ετραβήξαµε κατά το γιαλό. 
Eκεί στην αµµουδιά, άκρη άκρη, ήταν ξαπλωµένο το σκυλί, σαν καθιστό, όπως ζωγραφίζουν τις Σφίγγες µε τα πόδια εµπρός, µε το λαιµό τεντωµένο, αγναντεύοντας το πέλαγο.
 Aλλά ήταν νεκρό. Σβηµµένα, γυαλωµένα τα ορθάνοιχτα µάτια του, ξυλιασµένο το κορµί του. 
Tότε το µικρό ναυτόπουλο, που µου κρατούσε τα κουπιά:
- Mπα, είπε, ο Kουτσάφτης! Tο κακόμοιρο το σκυλί! Tο είπαν και το ’καµαν οι άπονοι. 
Πολύ βαθιά συµπάθεια για το ναυτόπουλο µε έκαµαν να αισθανθώ τα πονετικά του λόγια για το δυστυχισμένο ζώο.
- Tο γνωρίζεις, παιδί µου, του είπα, αυτό το σκυλί;
- Aµ δεν το γνωρίζω; Είναι ο Kουτσάφτης· από πατριωτικό καράβι, από τη µμπρατσέρα του Νικολού του Σταµπά. Είχαν πει πως θα το διώξουν και το ’διωξαν.
- Kαι γιατί το ’διωξαν, παιδί µου;
- Nα, δεν ήταν διόλου κακό. Όσα κι’ αν του ’καναν, και ξύλο και δέσιµο σφιχτό, για να αγριέψει, αυτό τίποτα. Ένα καραβόσκυλο, ξέρεις κύριε, πρέπει να είναι άγριο, κακό, να γαυγίζει δυνατά και να δείχνει πάντα τα δόντια. Λυτό ήταν γεννηµένο ήµερο και καλό. Όσοι κι’ αν εζύγωναν στο καράβι, τους κουνούσε την ουρά του. ∆εν ελόγιαζε κανένα για κλέφτη, δεν έβανε µε το νου του κακό άνθρωπο...
K’ εγώ, ως εκείνη τη στιγµή, είχα τη γελασµένη ιδέα, ότι µονάχα ανθρώπους σβήνει και βουλιάζει σ’ αυτόν τον κόσµο η καλοσύνη.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

"Βρέθηκαν οι «ρίζες» του ανθρώπινου πολιτισμού" του Θοδωρή Λαΐνα (www.tovima.gr, 31/07/2012)

.................................................................


Βρέθηκαν οι «ρίζες» του ανθρώπινου πολιτισμού
Ολα ξεκίνησαν στη Νότια Αφρική πριν από 44 χιλιάδες έτη
Βρέθηκαν οι «ρίζες» του ανθρώπινου πολιτισμού
Απεικόνιση ορισμένων από τα ευρήματα που εντοπίστηκαν στο σπήλαιο Μπόρντερ τα οποία φαίνεται ότι είναι τα πρώτα δείγματα ανθρώπινου πολιτισμού



 
Λονδίνο 

Αμερικανοί ερευνητές ανακάλυψαν σε σπήλαιο στη Νότια Αφρική μια σειρά από ευρήματα (τόξα, βέλη, τεχνουργήματα κ.α.) ηλικίας 44 χιλιάδων ετών. Πρόκειται για τα παλαιότερα δείγματα εξελιγμένης ανθρώπινης νοημοσύνης και πολιτισμού και η ανακάλυψη κρίνεται ως εξαιρετικά σημαντική αφού πάει πολλές χιλιάδες έτη πίσω σε σύγκριση με ό,τι πιστεύαμε την εμφάνιση του σύγχρονου ανθρώπου.
Η ανακάλυψη
Ομάδα ερευνητών του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Κολοράντο πραγματοποίησε ανασκαφές στο σπήλαιο Μπόρντερ, στη Νότια Αφρική. Οι ερευνητές ανακάλυψαν τόξα, βέλη και άλλα εργαλεία κατασκευασμένα από ξύλο ή κόκαλα. Κάποια από τα εργαλεία μάλιστα διέθεταν λαβές κατασκευασμένες από διάφορα υλικά όπως κερί μέλισσας, αβγά τυλιγμένα σε φυτικά νήματα κ.α, έτσι ώστε να είναι πιο εύκολη και αποδοτική η χρήση τους. Η κατασκευή των λαβών αποδεικνύει τον σύνθετο και προηγμένο τρόπο σκέψης των δημιουργών τους.
Ορισμένα από τα εργαλεία ήταν διακοσμημένα με σχέδια και χρώματα ενώ επίσης εντοπίστηκαν και κάποια τεχνουργήματα όπως χάντρες φτιαγμένες από τσόφλια αβγών στρουθοκαμήλων . Τα ευρήματα υπολογίστηκε ότι έχουν ηλικία περίπου 44 χιλιάδων ετών, γεγονός που φέρνει κατά περίπου 20 χιλιάδες έτη πιο πίσω από όσο πιστεύαμε την εμφάνιση ανθρώπων με εξελιγμένη σκέψη αλλά και τα πρώτα δείγματα πολιτισμού.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τόσο το είδος των ευρημάτων όσο και η διακόσμησή τους παραπέμπει στη φυλή κυνηγών Σαν, μια από τις αρχαιότερες φυλές της αφρικανικής ηπείρου τα μέλη της οποίας ίσως είναι τελικά και οι πρώτοι σύγχρονοι άνθρωποι. Η ανακάλυψη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences».
Το μυστήριο
Η ανακάλυψη των ευρημάτων προκάλεσε προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα αφού πριν από δύο έτη ανακαλύφθηκαν και πάλι στη Νότια Αφρική ανάλογα ευρήματα μεγαλύτερης ηλικίας από αυτά του σπηλαίου Μπόντερ . Επρόκειτο για σύνθετα εργαλεία αλλά και τεχνουργήματα τα παλαιότερα εκ των οποίων είχαν ηλικία 75 χιλιάδες έτη. Υπήρχε λοιπόν κάποιος εξελιγμένος ανθρώπινος πολιτισμός ο οποίος σύμφωνα με τους ειδικούς είχε διάρκεια ζωής 15 χιλιάδες έτη. Τα σχετικά ευρήματα εξαφανίζονται προοδευτικά και κάθε ίχνος αυτών των ανθρώπων χάνεται πριν από 60 χιλιάδες έτη.
Πέρασαν λοιπόν τουλάχιστον 15 χιλιάδες έτη μέχρι να κάνουν την επανεμφάνιση τους άνθρωποι με εξελιγμένη νοημοσύνη. Για αυτό και οι επιστήμονες κρίνουν ως σημείο εμφάνισης του σύγχρονου ανθρώπου και εκκίνησης του ανθρώπινου πολιτισμού τα ευρήματα στο σπήλαιο Μπόντερ.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

"Το μουλάρι", από τη συλλογή διηγημάτων του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου "Ο θησαυρός των Αηδονιών" (Εκδόσεις Γαβριηλίδη)

   Ήταν πολύ γέρος, είχε πια καμπουριάσει για τα καλά, αλλά διέμενε πάντα (φτενός, ολομόναχος) σ' ένα απομονωμένο καλύβι, στους πρόποδες του βουνού. Διασταυρωθήκαμε τυχαία στη Χώρα. Ανάβλεψε μόλις με είδε, έβγαλε αμέσως τον καλοκαιρινό του σκούφο και, σκύβοντας ακόμη πιο βαθιά:
  - Καλή σου μέρα, κυρ γιατρέ, μου λέει.
   Κάποιοι με κύτταξαν περίεργα, σχεδόν επιτιμητικά.
   Τον πλησίασα και του έτεινα το χέρι.
  - Τι κάνει ο Ιάσων; τον ρωτώ.
  - Μια χαρά, σε χαιρετάει, μου απαντάει.
   Βιάστηκε να φύγει, λίγο σαν να ντρεπόταν.
   Προχώρησα κι εγώ - κι έφερα στο νου μου εκείνη την απρόσμενη νυχτερινή του επίσκεψη, τον περασμένο Γενάρη, όταν (ζητώντας μου συνέχεια συγγνώμη και κλαίγοντας με αναφιλυτά) μου ζήτησε να πάω να δω τον Ιάσονα, το γέρικο μουλάρι του που πέθαινε.
  - "Κάτι θα καταλάβεις", επέμενε.
   Κι ύστερα, κατεβάζοντας το κεφάλι: "Ζήσαμε πάνω από τριάντα χρόνια μαζί, και θέλω να φύγω πριν από τον Ιάσων", πρόσθεσε ντροπαλά.



  • ο Μεθόδιος Αργουμέντης αντέγραψε, διατηρώντας πιστά την ορθογραφία του συγγραφέα, και αφιερώνει το αφήγημα του Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου στα παιδιά του ΣΤ' 2 του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Πεύκης.