Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Nα ξεχάσω τη χελώνα της Άννας Δαμιανίδη (από το "Ημερολόγιο Οδοστρώματος", 31/8/2012)

................................................................

Nα ξεχάσω τη χελώνα

της Άννας Δαμιανίδη 

από το "Ημερολόγιο Οδοστρώματος", 31/8/2012 

Τα παιδιά έστησαν καλάμια στην παραλία για να προστατεύσουν
τ' αυγά της χελώνας
                Πηγαίνοντας ένα πρωί για μπάνιο σε μια κάπως απόμερη παραλία της δυτικής Πελοποννήσου, άκουσα κάποιους που έφευγαν να λένε: «Έχει εκεί μια χελώνα».
Προχωρήσαμε χωρίς να ρωτήσουμε λεπτομέρειες. Για λίγο θέλησα να φανταστώ ότι θα βλέπαμε τη χελώνα να γεννά τ’ αυγά της. Είναι περιοχή που έρχονται οι caretta- caretta. Στο ίντερνετ νεανικές παρέες έχουν αναρτήσει φωτογραφίες, «πώς είναι η αμμουδιά όταν έχει περάσει χελώνα». Φαίνονται δυο γραμμές που κάνουν τα πτερύγια πάνω στην άμμο καθώς η χελώνα αναζητεί το μέρος που γεννήθηκε η ίδια για να γεννήσει τ’ αυγά της. Άλλες φωτογραφίες δείχνουν πώς να κατασκευάσεις ένα είδος φράχτη από καλάμια γύρω στ’ αυγά, να μην τα πατάνε οι λουόμενοι.
Όμως η χελώνα που είδαμε εκείνη τη μέρα ήταν νεκρή. Από μακριά έμοιαζε με πράσινο βραχάκι, μια μεγάλη θαλάσσια χελώνα με το ένα πτερύγιο ακόμα υψωμένο, σα να μαρμάρωσε ξαφνικά. Το κεφάλι της ήταν τραβηγμένο μακριά κι ένα ρυάκι αίμα σκοτεινό έτρεχε στο φολιδωτό λαιμό. Είχε αίμα και στα πίσω πόδια.
Τι είχε πάθει; Την πλήγωσε κάποια προπέλα στη θάλασσα και βγήκε έξω να πεθάνει, να γεννήσει, να σωθεί; Πρέπει να τη βγάλω φωτογραφία, σκέφτηκα, είναι είδος προστατευόμενο αλλά δεν την προστατέψαμε. Να υπήρχαν άνθρωποι όταν βγήκε έξω, να την παρακολούθησαν;  Λίγο πιο πέρα μια παρέα κοίταζε μάλλον αδιάφορα. Πάντα έχω μαζί μου μια μικρή φωτογραφική μηχανή, αλλά δεν κατάφερα να τη χρησιμοποιήσω, τρέμανε τα χέρια μου. Έφυγα άπρακτη.
Μέσα στη θάλασσα έβλεπα με τη μάσκα σμάρια από μπλε τσούχτρες. Είναι η ιδανική τροφή για χελώνες. Έχουν κάτι τρομακτικό, και τις σκεφτόμουν σαν μέρος του οικοσυστήματος που περισσεύει. Το γεύμα της νεκρής.
Πολλές χελώνες βγαίνουν και πεθαίνουν στη στεριά, με πληροφόρησαν οι ντόπιοι τις επόμενες μέρες. Τις πληγώνουν οι προπέλες, καμιά φορά τις σκοτώνουν κι οι ψαράδες γιατί τους χαλάνε τα δίχτυα…
Έψαξα στο Ίντερνετ λεπτομέρειες. Η χελώνα που είχα δει ανήκει σε ένα πλήθος ατυχημάτων του καλοκαιριού. Δεν πήγαινε να γεννήσει. Δεν βρήκα λεπτομέρειες για τη συμπεριφορά τους απέναντι στο θάνατο, αν νιώθουν την ανάγκη να βγουν στη στεριά όταν τις ζυγώνει. Και δεν γεννάνε τέτοια εποχή. Κι όντως χαλάνε τα δίχτυα των ψαράδων όταν παγιδεύονται σ’ αυτά, όπως και τα δελφίνια, γι αυτό κι έχουν επινοηθεί δίχτυα που τους επιτρέπουν να δραπετεύουν. Έμαθα πολλά για τις χελώνες, που μπορεί να τα μάθει ο καθένας αν θέλει, αν ενδιαφέρεται. Τα είπα και στους ντόπιους που με είχαν πληροφορήσει ότι ψαράδες σκοτώνουν χελώνες, αλλά δεν είδα να σκέφτονται κάποιο διάβημα στους περί ου ο λόγος ψαράδες, να αγοράσουν δίχτυα με τέτοια ειδικά ανοίγματα, να γλιτώνουν οι χελώνες. Υπάρχουν και οικολογικές πολιτικές δυνάμεις στην περιοχή, ίσως πρέπει να σκεφτούν κάποιο τρόπο να ενημερώσουν τους ψαράδες, άρχισα να σκέφτομαι.
Κι ύστερα βέβαια, επειδή έκανα πολλή παρέα με ντόπιους, κι άκουσα πολλές ντόπιες ιστορίες, άρχισε η φαντασία μου να καλπάζει. Φαντάστηκα τους ψαράδες να οργανώνονται για να αποκτήσουν μοντέρνα δίχτυα με εξόδους διαφυγής χελωνών και δελφινιών.  Να ζητούν επιδότηση από το υπουργείο. Τι άλλο να κάνουν, να επενδύσουν δικά τους λεφτά; Για τις χελώνες; Το υπουργείο δεν έχει βέβαια, λεφτά, οπότε οι ψαράδες καταγγέλλουν, διαμαρτύρονται. Θέλουν να τραβήξουν την προσοχή. Έρχονται στην Αθήνα, ρίχνουν νεκρά ψάρια στο Σύνταγμα. Ή μήπως νεκρές χελώνες; Και πια στο μέλλον δεν παραλύω όταν βλέπω νεκρές χελώνες στην άμμο, έχω συνηθίσει...
Ουφ, πολύν καιρό έμεινα στην επαρχία φέτος, πολλές ιστορίες άκουσα, έγινε η φαντασία μου διεστραμμένη. Άντε να γυρίσω στην πόλη μου, μαζί με τα νεαρά παιδιά που όλο τον Αύγουστο κρατούσαν βάρδιες δίπλα στο φράχτη από καλάμια για τ’ αυγά της χελώνας, να πάω στην Αθήνα κι εγώ, να συνέλθω,

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

"Ο Μαρασμός" ένα μικρό διήγημα του Εμμανουήλ Λυκούδη(1849-1925)

 ..............................................................



 Εμμανουήλ Λυκούδης
(1849 - 1925)

Ο Μαρασμός




Ήταν σ’ ένα λιµανάκι του Κορινθιακού κόλπου, απάνω στη  ρουμελιώτικη ακτή, σε µια σκάλα όπου ανάρηα καθρεφτίζονται στο γιαλό σε µια γραµµή τα σπίτια, κι’ αγναντεύεις άντικρυ το Mοριά, που στεφανώνουν ψηλά οι κορυφές της Zείριας· θέλεις πες πως ήταν η Bιτρινίτσα, θέλεις η Iτιά. 
Kαµµιά εκατοστή οργιές ανοιχτά ήταν αραγμένη µια µπρατσέρα όµορφη, καινούργιο καραβάκι που ό,τι λες κι είχε ξεγλιστρήσει από τα σκαριά του Γαλαξειδιού. Ήταν έτοιµο να τα πριµάρει. Tο πράµα εφαίνοταν καθαρά. Γιατί και ο φλόκος ήταν απλωµένος και χώρια απ’ αυτό ισάριζαν και το τουρκετίνο και τη μαΐστρα. 
Άξαφνα βλέπω να λύνουν  τη φελούκα του από την πρύµνη και να τη στείλουν έξω. Ένας µονάχα ναύτης ήταν στο πρυµνιό κουπί, το µοναχό, στριφογυρίζοντάς το σαν έλικα βαποριού, και  στην κουπαστή µπροστά ολόρθο ένα µαύρο καραβόσκυλο που ούρλιαζε λυπητερά. 
Ακοστάρει η βάρκα στην αµµουδιά, µπρος στα μαγαζιά  του γιαλού,  καθαυτό µμάλιστα µπροστά σε µια σκιάδα, που είχαν στηµένη µε πάλους απάνω στη θάλασσα για να παίρνουν εκεί µε το µπάτη τον αργιλέ τους οι θεργιακλήδες. K’ εκεί που ακοστάρισε, βλέπω το ναύτη να αρπάζει τοµαύρο το σκυλί έτσι σαν τραγί από το σβέρκο και από την ράχη και να το πετάξει µε δύναµη στη ξηρά. Kι ό,τι το πέταξε, λάµνοντας µε δυνατές κουπιές, ανοίχτηκε αµέσως αράδα και τράβαε µε βία για τη µπρατσέρα. 
Mα το σκυλί ερρίχθηκε στη θάλασσα κυνηγώντας τη βάρκα, και κολύµπαε ουρλιάζοντας λυπητερά· έλαµνε ο ναύτης µε το µονάχο κουπί, καργάροντας όσο µμπορούσε  το δρόµο  της βάρκας, µα και το σκυλί απελπισμένο εχτύπησε όσο µπορούσε  µε τα ποδάρια το νερό και τόφτασε το φελούκι.
 Tότε ο ναύτης µε άγριο θυµό σηκώνει το κουπί και το χτυπά το άµοιρο στο κεφάλι, λέγοντας:
- Tο θεό σου..., που νόµισες πως θα γυρίσεις πάλι στο καράβι.
Tότε ούρλιασε το έρηµο πλιό θλιβερά· θέλεις από τον πόνο, θέλεις από καηµό. ∆εν εγύρεψε να ακολουθήσει πλιά τη βάρκα, αλλά χαχλάκιζε µε τα ποδάρια  τα νερά,  χωρίς σκοπό,  χωρίς νόηµα, µόνε µόνε να µη βουλιάξει. 
Eίδα τότε τη φελούκα να ακοστάρει τη µπρατσέρα·  ο ναύτης  την έδεσε στην πρύµνη και εσαλτάρησε απάνω. Kαι η µπρατσέρα όλο και να σαλπάρει. Έτριζε η αλυσίδα δυνατά και σε λίγο επήραν µέσα το αγγουρέτο. Φυσούσε  καλούτσικο µαϊστράλι και στη στιγµή επήραν τα πανιά· και φλόκος και τουρκετίνο και μαΐστρα. K’ εχύθηκε σα χέλι επάνω στα νερά η µπρατσέρα αφήνοντας πίσω από την πρύµνη χοχλάτο αφρισµένο αυλάκι, και τραβώντας γοργά µε ρότα κατά το Aίγιο.
Tο σκυλί όλο και ούρλιαζε  χτυπώντας µε απελπισία τη θάλασσα και τραβώντας κατά το πέλαγος. Aλλά εµάκραινε ολοένα γοργά η µπρατσέρα και στο τέλος απελπίστηκε. Eγύρισε το κεφάλι κατά τη στεριά και µε κόπο πολύ και αγωνία έφτασε να βγει και να πέσει σαν ψόφιο απάνω στις τούφες από τα φύκια, όπου είχε σωριάσει ο µπάτης, από κάτω από τη σκιάδα, είδος εξέδρας που σας είπα πως είχε στήσει παλούκια, απάνω στο νερό ο καφετζής ακουμπώντας την στο µμουράγιο. 
Ό,τι έφτασε εσηκώθηκε ολόρθο και τεντώνοντας το λαιµό όλο και ούρλιαζε σπαραχτικά, αγναντεύοντας τα άσπρα λατίνια της µπρατσέρας που χώνευαν θολά στην καταχνιά του πελάγου· και εφούσκωνε και µάγευε, στη βαριά του την ανασανιά σα φυσερό,  η κοιλιά  του,  και τουρτούριζε παγωµένο, ενώ εστράγγιζε από πάνω του το αρµυρό νερό. 
Tο  έβλεπα εκεί   τρεις µέρες καθισµένο πάντα στ’ ακρογιάλι ν’ αγναντεύει το πέλαγος. ∆εν εσάλευε από κει. Tου πήγαινα από κάτω από εκείνη την εξέδρα του γιαλού ψωµί, κόκαλα, µα του κακού. ∆εν εννοούσε ούτε να µυρίσει τροφή. Kι’ όλο κ’ εσούρωνε κ’ επερδικλώνουνταν από την αδυναµία τα πόδια του, όταν ζητούσε να κινηθεί, σαν να είχε ποδόλυσσα·  και τα παγίδια που εµετριόντουσαν από κάτω από το  πετσί του. 
Tα παιδιά του έκαναν µαρτύρια, γιατί δεν είχε  αφέντη· ήταν, έλεγαν, σκυλί του δρόµου· βροχή έπεφταν  επάνω του οι πέτρες· το κούτσαναν κι’ όλα για καλά. Aλλ’ αυτό, πράµα παράξενο, δεν εννοούσε να φύγει. Eκεί από κάτω από τις σανίδες  της σκιάδας, πάντα εκεί. Τι ξέρεις; του εφαίνονταν ίσως πως ήταν από κάτω από την κουπαστή της µπρατσέρας του, του σπιτιού του. Kαι όµως του έκαναν τόσα τα παιδιά, όπου κ’ εγώ απορώ πώς δεν το είχαν ακόµα τελειωµένο.
Mια µέρα, αφού το χάιδεψα πολύ, του έδεσα το λαιµό, µε ένα µαντήλι και εζήτησα να το πάρω µαζί µου στο σπίτι, που είχα στο γιαλό κοντά. Mε ακολούθησε χωρίς αντίσταση κουνώντας την ουρά του. Άµα έφθασα στο σπίτι το έλυσα και το εχάιδεψα πολύ.    τήραε µε  τα  τίµια µάτια  του σκυλιού, όλο ευγνωµοσύνη και συµπάθεια, µάτια που αν και ζώο εζωγραφίζονταν απάνω τους όλος ο βαθύς καηµός που του σπάραζε την ψυχή, και γλείφοντάς µου τα χέρια έφυγε αργά,αργά. Σε λίγο εγύρισε το κεφάλι και κουνώντας την ουρά µε εκοίταξε πάλι µε τα πονεµένα µάτια του και ετράβηξε. Tο ένιωσα το δυστυχισμένο. ∆εν ήθελε να το παρεξηγήσω. Άλαλο ήταν το στόµα του, αλλά εκείνη η θλιβερή µατιά µού εφάνηκε πως µου έλεγε: Mη µε πάρεις για αχάριστο· αλλά θέλω εκεί από κάτω που µοιάζει τόσο το καράβι µου να ξεψυχήσω, εκεί αγναντεύοντας το πέλαγος και ρουφώντας την αρµύρα που φέρνει ο µπάτης.
Kαι όµως, πόσο του αύξαινε τα µαρτύριά του αυτός ο µπάτης! Eκεί από κάτω από το µουράγιο που ’χε κρυφθεί, όταν ήτανε ριχή, µε τραβηγμένα τα νερά, άφηνε δύο πιθαµές τόπο η θάλασσα και µαζευότανε κουλουριασµένο απάνω στα µμουσκεμένα φύκια. Aλλά όταν έπαιρνε µπάτης, η θάλασσα έφτανε τον τοίχο του μουράγιου και το εσκέπαζε ορθό ως την κοιλιά. 
Aλλά εκείνο δεν το εκουνούσε από εκεί  κάτω.  Mονάχα όταν άκουε  την αλυσίδα του αγκουρέτου κανενός καϊκιού που άραζε, εσηκώνονταν, έβγαινε από τη σκοτεινή τρύπα του και  αγνάντευε  τη θάλασσα µυρίζοντας τον αέρα· και όταν ακοστάριζε στο γιαλό κανένα βαρκί καϊκιού εσούρνονταν ως εκεί, κουνώντας την ουρά του στους ναύτες. Aλλά το έδιωχναν µε πετριές, γιατί είχε όλα τα σηµάδια της λύσσας το παλιόσκυλο· τα γουβιασµένα µάτια του εγυάλιζαν, χώρια που είχε πάντα την ουρά του κάτω από τα σκέλια. 
Στο τέλος εκείνοι που είχαν τα µαγαζιά στο γιαλό αποφάσισαν να του δέσουν µια πέτρα να το φουντάρουν από την άκρια της ξυλένιας σκάλας του λιµανιού, γιατί ούρλιαζε πολύ τη νύχτα και θα έπαιρνε κανένα ο χάρος µε τη γρουσουζιά του. Eίδα κ’ έπαθα να τους αλλάξω γνώµη µε πολλά παρακάλια· τους έλεγα πως έκλαιγε από τον καηµό της ερηµιάς του, µα πού ν’ ακούσουν! Eκείνο που τους ησύχασε ήταν όταν τους είπα, πως αυτό το σκυλί ξέρω ότι δεν τρώει τίποτα και σε δύο µέρες το πολύ θα ψοφίσει µοναχό του.
Tην περασµένη είχε έρθει µια γαλαξειδιώτικη γολέττα και το ξηµέρωµα κοντά τρεις από τα µεσάνυχτα, έριχνα µε τη βάρκα της τα παραγάδια για να τα σηκώσω µε την άλµπα. 
Eίχαµε ανοιχτεί αρκετά µακριά· και όµως εκεί που εκαλάριζα το παραγάδι, το στεριανό τ’ αγέρι που έβγαναν την ώρα εκείνη οι ξέρες, µου έφερνε αδύνατο ξεψυχισµένο του σκύλου το ούρλιασµα. 
Σε λίγο, αν κ’ επέσαµε πολύ πλιό γιαλό, δεν τ’ άκουγα πλιά. Θα ήταν απάνω κάτω η ώρα που επρόβαλλε εκεί από τα βουνά της ∆εσφίνας  ο αυγερινός.
∆εν το θυµήθηκα πλιά το σκυλί και ψάρευα, όσο βγήκε ο ήλιος. Όταν στο τέλος επήραµε απάνω και τα δύο παραγάδια, ετραβήξαµε κατά το γιαλό. 
Eκεί στην αµµουδιά, άκρη άκρη, ήταν ξαπλωµένο το σκυλί, σαν καθιστό, όπως ζωγραφίζουν τις Σφίγγες µε τα πόδια εµπρός, µε το λαιµό τεντωµένο, αγναντεύοντας το πέλαγο.
 Aλλά ήταν νεκρό. Σβηµµένα, γυαλωµένα τα ορθάνοιχτα µάτια του, ξυλιασµένο το κορµί του. 
Tότε το µικρό ναυτόπουλο, που µου κρατούσε τα κουπιά:
- Mπα, είπε, ο Kουτσάφτης! Tο κακόμοιρο το σκυλί! Tο είπαν και το ’καµαν οι άπονοι. 
Πολύ βαθιά συµπάθεια για το ναυτόπουλο µε έκαµαν να αισθανθώ τα πονετικά του λόγια για το δυστυχισμένο ζώο.
- Tο γνωρίζεις, παιδί µου, του είπα, αυτό το σκυλί;
- Aµ δεν το γνωρίζω; Είναι ο Kουτσάφτης· από πατριωτικό καράβι, από τη µμπρατσέρα του Νικολού του Σταµπά. Είχαν πει πως θα το διώξουν και το ’διωξαν.
- Kαι γιατί το ’διωξαν, παιδί µου;
- Nα, δεν ήταν διόλου κακό. Όσα κι’ αν του ’καναν, και ξύλο και δέσιµο σφιχτό, για να αγριέψει, αυτό τίποτα. Ένα καραβόσκυλο, ξέρεις κύριε, πρέπει να είναι άγριο, κακό, να γαυγίζει δυνατά και να δείχνει πάντα τα δόντια. Λυτό ήταν γεννηµένο ήµερο και καλό. Όσοι κι’ αν εζύγωναν στο καράβι, τους κουνούσε την ουρά του. ∆εν ελόγιαζε κανένα για κλέφτη, δεν έβανε µε το νου του κακό άνθρωπο...
K’ εγώ, ως εκείνη τη στιγµή, είχα τη γελασµένη ιδέα, ότι µονάχα ανθρώπους σβήνει και βουλιάζει σ’ αυτόν τον κόσµο η καλοσύνη.

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

"Πέθανε ο άνθρωπος που πάτησε στο φεγγάρι" (ΑΘΗΝΑ 25/08/2012 / http://www.nooz.gr)

...............................................................

Πέθανε ο άνθρωπος που πάτησε στο φεγγάρι

ΑΘΗΝΑ 25/08/2012

 
 
Ο αμερικανός πρώην αστροναύτης, Νιλ Άρμστρονγκ, ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στο φεγγάρι, πέθανε σε ηλικία 82 ετών.

Ο Άρμστρονγκ είχε υποβληθεί σε εγχείρηση μπαϊπάς στην καρδιά νωρίτερα αυτό το μήνα, δύο μόλις ημέρες μετά τα γενέθλιά του στις 5 Αυγούστου, προκειμένου να αποφραχθούν στεφανιαίες αρτηρίες.

Ως διοικητής της αποστολής Απόλλων 11, έγινε ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε το πόδι του στη Σελήνη, στις 20 Ιουλίου του 1969.

Η αποστολή Απόλλων 11 αποδείχτηκε και η τελευταία διαστημική πτήση του Άρμστρονγκ. Το επόμενο χρόνο διορίστηκε σε δουλειά γραφείου, ως αναπληρωτής διευθυντής αεροναυτικής στο γραφείο προωθημένης έρευνας και τεχνολογίας. Εγκατέλειψε τη NASA ένα χρόνο αργότερα για να γίνει καθηγητής Μηχανικής στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι.

Ο πρώην αστροναύτης ζούσε στην περιοχή του Σινσινάτι με τη σύζυγό του Κάρολ.

Ποιος ήταν ο Άρμστρονγκ

Ο Νιλ Ώλντεν Άρμστρονγκ ήταν αμερικανός αστροναύτης, πιλότος και καθηγητής πανεπιστημίου και ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στη Σελήνη.

Γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου 1930 κοντά στο Wapakoneta του Οχάιο.

Ως χειριστής αεροσκάφους στην αεροπορία ναυτικού (1949 – 1952), συμμετείχε στον πόλεμο της Κορέας πετώντας σε 78 αποστολές με ένα αεροπλάνο Grumman F9F-2 Panther.

Αφού σπούδασε αεροναυπηγός, το 1955 μπήκε στην Εθνική Συμβουλευτική Επιτροπή Αεροναυτικής (NACA) -τη μετέπειτα NASA- και εξελίχθηκε σε έναν από τους καλύτερους δοκιμαστές αεροσκαφών του κόσμου, πραγματοποιώντας 7 πτήσεις με ταχύτητα άνω των 5,74 Mach (6.000 χλμ./ώρα), σε ύψος άνω των 207.500 ποδών (60 χλμ.) με το πυραυλοκίνητο αεροσκάφος Χ-15.

Το 1962 επιλέχθηκε για το σώμα αστροναυτών και το 1966 ήταν κυβερνήτης της αποστολής Gemini 8, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η πρώτη σύνδεση δύο διαστημοπλοίων στο διάστημα.

Η αποστολή παρ' ολίγο να καταλήξει σε τραγωδία, όταν ο πύραυλος Egena με συνδεδεμένο πάνω του το Gemini άρχισε να περιστρέφεται ανεξέλεγκτα γύρω από τον εγκάρσιο άξονά του, όμως παρά τη ζάλη λόγω της περιστροφής ο Άρμστρονγκ κατάφερε με ψύχραιμους χειρισμούς να αποσυνδέσει το Gemini.
Η δεύτερη διαστημική του πτήση ως κυβερνήτη της αποστολής Apollo 11 τον έφερε στη Σελήνη, όπου στις 20 Ιουλίου, 1969 πάτησε πρώτος το πόδι του λέγοντας:"That's one small step for [a] man, one giant leap for mankind (Ένα μικρό βήμα για ένα άνθρωπο, ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα)"

Το 1970 διορίστηκε υπεύθυνος των αεροπορικών δραστηριοτήτων στη NASA, αλλά τον επόμενο χρόνο παραιτήθηκε για να γίνει καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι.

Σε αντίθεση με τον Μπαζ Ώλντριν, δεν έκανε πολλές δημόσιες εμφανίσεις. Ζούσε στο Ίντιαν Χιλλ του Οχάιο, και ένας μικρός κρατήρας κοντά στο σημείο όπου πάτησε στη Σελήνη έχει το όνομά του.

Neil Armstrong, Whose ‘Giant Leap’ Put Man on Moon





"Άφησα μία κάμερα στη Σελήνη"

Τον περασμένο Μάιο, προβλήθηκε συνέντευξη του Άρμστρονγκ (την είχε παραχωρήσει το 2011) στο αυστραλιανό τηλεοπτικό δίκτυο CPA και, μεταξύ άλλων, ευχήθηκε σύντομα να πάει κάποιος ξανά, για να του φέρει την κάμερα που ξέχασε εκεί...

"Έναν μήνα πριν την απογείωση του Apollo 11, αποφασίσαμε ότι ήμασταν αρκετά αισιόδοξοι και έτοιμοι για την πραγματοποίηση της αποστολής. Η στιγμή ήταν ξεχωριστή και αλησμόνητη, αλλά ήταν μονάχα μία στιγμή. Δεν βρισκόμασταν εκεί για να συλλογιστούμε αλλά για να κάνουμε συγκεκριμένα πράγματα. Και αυτά κάναμε", είπε.

Ακόμη, απαντώντας σε όλους όσους πιστεύουν πως η προσσελήνωση ήταν απλώς μία απάτη είπε: "Οι άνθρωποι λατρεύουν τις θεωρίες συνωμοσίας. Παρόλο που είναι ελκυστικές, προσωπικά δεν με απασχόλησαν ποτέ γιατί είμαι σίγουρος ότι μία μέρα κάποιος θα πετάξει ξανά ως εκεί και θα βρει την κάμερα που εγώ άφησα".

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Περσείδες: 100 πεφταστέρια ανά ώρα το Σαββατοκύριακο (10 Αυγ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

...............................................................

Περσείδες: 100 πεφταστέρια ανά ώρα το Σαββατοκύριακο

tvxs.gr/node/102996
 
 
 
 

Τον φετινό Αύγουστο η επόμενη πανσέληνος θα είναι στις 31 Αυγούστου, ενώ στις 17 Αυγούστου υπάρχει Νέα Σελήνη, πράγμα που σημαίνει ότι, αντίθετα με το περσινό καλοκαίρι, η λάμψη του φεγγαριού δεν θα αποτελέσει σημαντικό πρόβλημα για τις παρατηρήσεις του νυχτερινού ουρανού.

Οι Περσείδες ονομάστηκαν έτσι επειδή φαινομενικά προέρχονται από μία περιοχή ανάμεσα στον αστερισμό του Περσέα και της Κασσιόπειας. Στην πραγματικότητα προκαλούνται από τα σωματίδια σκόνης και άλλα υπολείμματα που αφήνει πίσω της η τεράστια ουρά (μήκους δεκάδων εκατομμυρίων χιλιομέτρων) του κομήτη 109Ρ/Σουίφτ-Τατλ, ο οποίος ανακαλύφθηκε το 1862 από τους Αμερικανούς Λιούις Σουίφτ και Όρας Tατλ από τους οποίους και πήρε το όνομά του.

Ο εν λόγω περιοδικός κομήτης αρχίζει να συναντιέται με την τροχιά της Γης από το τέλος Ιουλίου και χρειάζεται περίπου 130 χρόνια για να πραγματοποιήσει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον ήλιο. Οι πιο εντυπωσιακές Περσείδες πραγματοποιήθηκαν ότι η Γη πέρασε πιο κοντά από ποτέ από τον κομήτη το 1992. Έκτοτε ο αριθμός των μετεώρων έχει επανέλθει σε κανονικό επίπεδο.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

"Βρέθηκαν οι «ρίζες» του ανθρώπινου πολιτισμού" του Θοδωρή Λαΐνα (www.tovima.gr, 31/07/2012)

.................................................................


Βρέθηκαν οι «ρίζες» του ανθρώπινου πολιτισμού
Ολα ξεκίνησαν στη Νότια Αφρική πριν από 44 χιλιάδες έτη
Βρέθηκαν οι «ρίζες» του ανθρώπινου πολιτισμού
Απεικόνιση ορισμένων από τα ευρήματα που εντοπίστηκαν στο σπήλαιο Μπόρντερ τα οποία φαίνεται ότι είναι τα πρώτα δείγματα ανθρώπινου πολιτισμού



 
Λονδίνο 

Αμερικανοί ερευνητές ανακάλυψαν σε σπήλαιο στη Νότια Αφρική μια σειρά από ευρήματα (τόξα, βέλη, τεχνουργήματα κ.α.) ηλικίας 44 χιλιάδων ετών. Πρόκειται για τα παλαιότερα δείγματα εξελιγμένης ανθρώπινης νοημοσύνης και πολιτισμού και η ανακάλυψη κρίνεται ως εξαιρετικά σημαντική αφού πάει πολλές χιλιάδες έτη πίσω σε σύγκριση με ό,τι πιστεύαμε την εμφάνιση του σύγχρονου ανθρώπου.
Η ανακάλυψη
Ομάδα ερευνητών του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Κολοράντο πραγματοποίησε ανασκαφές στο σπήλαιο Μπόρντερ, στη Νότια Αφρική. Οι ερευνητές ανακάλυψαν τόξα, βέλη και άλλα εργαλεία κατασκευασμένα από ξύλο ή κόκαλα. Κάποια από τα εργαλεία μάλιστα διέθεταν λαβές κατασκευασμένες από διάφορα υλικά όπως κερί μέλισσας, αβγά τυλιγμένα σε φυτικά νήματα κ.α, έτσι ώστε να είναι πιο εύκολη και αποδοτική η χρήση τους. Η κατασκευή των λαβών αποδεικνύει τον σύνθετο και προηγμένο τρόπο σκέψης των δημιουργών τους.
Ορισμένα από τα εργαλεία ήταν διακοσμημένα με σχέδια και χρώματα ενώ επίσης εντοπίστηκαν και κάποια τεχνουργήματα όπως χάντρες φτιαγμένες από τσόφλια αβγών στρουθοκαμήλων . Τα ευρήματα υπολογίστηκε ότι έχουν ηλικία περίπου 44 χιλιάδων ετών, γεγονός που φέρνει κατά περίπου 20 χιλιάδες έτη πιο πίσω από όσο πιστεύαμε την εμφάνιση ανθρώπων με εξελιγμένη σκέψη αλλά και τα πρώτα δείγματα πολιτισμού.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τόσο το είδος των ευρημάτων όσο και η διακόσμησή τους παραπέμπει στη φυλή κυνηγών Σαν, μια από τις αρχαιότερες φυλές της αφρικανικής ηπείρου τα μέλη της οποίας ίσως είναι τελικά και οι πρώτοι σύγχρονοι άνθρωποι. Η ανακάλυψη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences».
Το μυστήριο
Η ανακάλυψη των ευρημάτων προκάλεσε προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα αφού πριν από δύο έτη ανακαλύφθηκαν και πάλι στη Νότια Αφρική ανάλογα ευρήματα μεγαλύτερης ηλικίας από αυτά του σπηλαίου Μπόντερ . Επρόκειτο για σύνθετα εργαλεία αλλά και τεχνουργήματα τα παλαιότερα εκ των οποίων είχαν ηλικία 75 χιλιάδες έτη. Υπήρχε λοιπόν κάποιος εξελιγμένος ανθρώπινος πολιτισμός ο οποίος σύμφωνα με τους ειδικούς είχε διάρκεια ζωής 15 χιλιάδες έτη. Τα σχετικά ευρήματα εξαφανίζονται προοδευτικά και κάθε ίχνος αυτών των ανθρώπων χάνεται πριν από 60 χιλιάδες έτη.
Πέρασαν λοιπόν τουλάχιστον 15 χιλιάδες έτη μέχρι να κάνουν την επανεμφάνιση τους άνθρωποι με εξελιγμένη νοημοσύνη. Για αυτό και οι επιστήμονες κρίνουν ως σημείο εμφάνισης του σύγχρονου ανθρώπου και εκκίνησης του ανθρώπινου πολιτισμού τα ευρήματα στο σπήλαιο Μπόντερ.