Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

"Σοκολατένιες καρδιές από το Νέο Κόσμο" ένα διήγημα του Μισέλ Φέιμπερ από τη συλλογή διηγημάτων του "Το Μήλο" (εκδόσεις Καστανιώτη) / Αφιερωμένο εξαιρετικά στις school-ηκαντέρες που κάτι θα τους θυμίσει...


   
   ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ  ΤΟΥ ΔΟΚΤΟΡΑ ΤΖΕΪΜΣ Κάρλιου, της άμοιρης κόρης του της έμεναν το πολύ πέντε χρόνια. Όχι ζωής, καταλαβαίνετε, αλλά πέντε χρόνια περιθώριο για να παντρευτεί. Τα ίδια χαρακτηριστικά που εκείνον τον έκαναν τόσο αρχοντικό στην όψη άντρα - ήταν ψηλόλιγνος, γερακομύτης, μακροπρόσωπος, με έντονο πιγούνι - ήταν καταστροφική κληρονομιά για μια κοπέλα. Αν ενεργούσε γρήγορα, όσο ήταν ακόμα έφηβη, υπήρχε ελπίδα.
   "Α, μα δεν θέλω να παντρευτώ,  πατέρα", του είπε. "Ο κόσμος έχει αρκετούς παντρεμένους, Ιεραπόστολους είναι που δεν έχει αρκετούς".
   "Σ' αυτήν την περίπτωση", αστειεύτηκε εκείνος, "ντροπή τους των αγρίων στην Αφρική που εξακολουθούν να τους τρώνε".
   "Μην τους λες αγρίους, πατέρα", τον μάλωσε σοβαρά η Έμελιν. "Αυτή η υποτιμητική στάση είναι ο λόγος που έχουμε ακόμη δουλεία".
   Ο δόκτορας Κάρλιου έκλεισε σφιχτά το στόμα, με το πιγούνι του, το ίδιο που κληρονόμησε στην άμοιρη κόρη του, να πετάγεται κι άλλο, κι έβαλε τα δυνατά του να  μη μιλήσει. Η σύζυγός του, αν ζούσε, θα πικραινόταν έτσι κι έβλεπε πατέρα και κόρη να τρέφουν έχθρα μεταξύ τους. 
   "Δεν ξέρω γιατί λες "έχουμε ακόμα"", παρατήρησε ωστόσο. "Δεν έχουμε δουλεία στην Αγγλία".
   "Πρέπει να θεωρούμε όλο τον κόσμο πατρίδα μας, πατέρα," είπε η Έμελιν σκοπυπίζοντας τα δάχτυλά της στην πετσέτα του πρωινού. Ωχρό ηλιόφως έπεφτε από το παράθυρο του σαλονιού στο πρόσωπό της και στον κορμό της, μια ψυχρή λάμψη τονισμένη  από το άσπρο τραπεζομάντηλο και το χιονισμένο τοπίο έξω. Τα κουδουνίσματα από τα χάμουρα των αλόγων καθώς τα γειτονικά καταστήματα παραλάμβαναν τα εμπορεύματά τους ανακατεύονταν με το μελωδικό κουδούνισμα του κουταλιού της Έμελιν στο φλιτζάνι του τσαγιού. "Είμαστε στο 1850", θύμισε στον πατέρα της σαν να είχε έρθει η σύγχρονη εποχή ενώ εκείνος ήταν απασχολημένος αλλού. "Όλοι οι τόποι στη Γη ενώνονται με το δίκτυο της αυτοκρατορίας μας. Αλληλογραφώ με ανθρώπους στην Καμπούλ και στη Νέα Υόρκη".
   "Αλήθεια;" Αυτό ήταν ελπιδοφόρο. Χωρίς να πάρει τα μάτια του από την κόρη του, χτύπησε το κουδούνι να έρθει η υπηρέτρια γιατί το δωμάτιο δεν ήταν τόσο ζεστό όσο θα 'πρεπε. "Μήπως κάποιοι με τους οποίους αλληλογραφείς είναι του αντρικού φύλου;"
   "Α, οι περισσότεροι, πατέρα", χαμογέλασε η Έμελιν. "Έχω ανακαλύψει ότι οι άντρες έχουν απεγνωσμένα ανάγκη σωτηρίας, πολύ περισσότερο απ' ό,τι οι γυναίκες".
   Ήταν χαριτωμένη όταν χαμογελούσε. Τα χείλη της ήταν ακόμα παιδικά σαν μπουμπούκι και τα μάγουλά της είχαν λακκάκια. Τα μάτια της ήταν λαμπερά, το δέρμα της  ήταν λείο και απαλό, τα μαλλιά της ήταν στιλπνά. Πέντε χρόνια ακόμα, το πολύ, θα διατηρούσε αυτά τα γνωρίσματα και μετά θα άρχιζε να χάνει τη νεανική της φρεσκάδα και θα της  έμεναν μόνο η γερακίσια μύτη και το πιγούνι των Κάρλιου. Επιπλέον, η αριθμητική θα ήταν εναντίον της / σε οποιοδήποτε πιθανό μνηστήρα θα φαινόταν ακατάλληλα μεγάλη. Ας έλεγε ό,τι ήθελε η αγαπημένη του μικρή Έμελιν για τη σύγχρονη κοινωνία και το πόσο ριζικά είχε αλλάξει απ' όταν ήταν εκείνος νέος / κάποιες νοοτροπίες ήταν αιώνιες. 
   Η υπηρέτρια μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο και, χωρίς να χρειαστεί να της το πουν, είδε μεμιάς ποιο ήταν το πρόβλημα. Γονάτισε μπροστά στο τζάκι και άρχισε ν' ασχολείται υπομονετικά με τη φωτιά. Άξιζε το βάρος της σε χρυσό αυτή η κοπέλα.

   Με το που η Έμελιν δήλωσε ότι έγραψε σε πολλούς μυστηριώδεις κυρίους παντού στον κόσμο, ο πατέρας της είχε φυσικά την περιέργεια να μάθει αν αυτό αλήθευε και, αν ναι, ποιοι ήταν αυτοί οι μυστηριώδεις κύριοι. Ήταν φανερό ότι η Έμελιν δεν επρόκειτο να του πει, έτσι έκανε μια κουβεντούλα με την Γκέρτι, που, εκτός από τα άλλα της καθήκοντα, έριχνε στο γραμματοκιβώτιο τα γράμματα της δεσποινίδας Κάρλιου. 
   "Μάλιστα, κύριε", είπε η υπηρέτρια. "Τουλάχιστον ένα την ημέρα. Μερικές φορές πέντ' έξι".
   "Πάντα με τον ίδιο παραλήπτη;"
   "Όχι, κύριε".
   "Απαντήσεις;"
   "Μερικές φορές, κύριε."
   "Από...από ποιο μέρος του κόσμου συνήθως;"
   "Την Αμερική, κύριε".
   "Πολύ ενδιαφέρον, ε;"
   "Μάλιστα, κύριε".


   Στην πραγματικότητα τα περισσότερα γράμματα που έστελνε η Έμελιν έμεναν αναπάντητα. Προσπαθούσε να γράφει τουλάχιστον μισή ντουζίνα κάθε απόγευμα, αλλά μερικές φορές ο καρπός της κουραζόταν, ή απλώς ένιωθε την ανάγκη να βγει έξω να περπατήσει. Θα ήταν αληθινό ευεργέτημα προς την ανθρωπότητα αν εφεύρισκε κάποιος ένα μηχάνημα που θα έβγαζε αυτόματα αντίτυπα ενός κειμένου. Και έγινε τόσος ντόρος στις εφημερίδες πρόσφατα που ο κύριος Σομπρέρο εφηύρε τη νιτρογλυκερίνη! Τι τη χρειαζόταν ο κόσμος άλλη μια μέθοδο καταστροφής, όταν υπήρχαν τόσα πράγματα, κάθε λογής, που δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα; Εν τούτοις, αυτή συνέχιζε να γράφει. Είχε έναν πόλεμο να δώσει, το δίκαιο κι ευγενικό δικό της πόλεμο. Τον πόλεμο ενάντια στη δουλεία.
   Οι κύριοι στους οποίους έγραφε βρίσκονταν κυρίως στη Λουιζιάνα, το Μιζούρι, την Αλαμπάμα, το Μισισίπι, το Τενεσί, το Κεντάκι, το Άρκανσο, τη Γεωργία, τη Φλόριντα, τις Βιρτζίνια και τις Καρολίνα.  Τροποποιώντας ένα γενικό κείμενο με μερικές τοπικές λεπτομέρειες παρμένες από τις εισαγόμενες εφημερίδες και  περιοδικά, ώστε να είναι όσο μπορούσε καλά πληροφορημένη, απευθυνόταν στον καθένα προσωπικά ικετεύοντάς τον να αποκυρήξει τη δουλεία και να ανοίξει την καρδιά του στην αγάπη του Χριστού. Παρέθετε χωρία από τις Γραφές. Από τα Αμερικανικά σημειώματα του Καρόλου Ντίκενς. Υπαινισσόταν ότι, αν ο παραλήπτης παροτρυνόταν να αποκηρύξει την αμαρτωλή του συμπεριφορά και ελευθέρωνε τους δούλους του, θα υπήρχε σ' αυτόν τον κόσμο ένας άνθρωπος τουλάχιστον, η δεσποινίδα Έμελιν Κάρλιου, που θα τον τιμούσε ως ήρωα. Το ηθικό θάρρος, υποστήριζε, είναι από τις αρετές η πιο αντρίκεια, και ελάχιστοι την έχουν. 
   Τα περισσότερα απ' αυτά τα γράμματα πήγαν στο βρόντο. Λίγα απαντήθηκαν με λεπτούς φακέλους που έφτασαν εβδομάδες, ή και μήνες αργότερα, μία μοναδική σελίδα που διαπνεόταν από λιγότερο ή περισσότερο έντονα άσχημη διάθεση.
   Θα σας ήμουν ευγνώμων αν δε με ζαλίζατε με τις αναιδείς και άσχετες μωρολογίες σας, έλεγε ο ένας.
   Σας έχει περάσει από το μυαλό, δεσποινίς, έλεγε ένας άλλος, ότι τα ρούχα που φοράτε γράφοντας την υπεροπτική σας επιστολή ίσως είναι από βαμβάκι από τις φυτείες μου;
   Το ταχυδρομικό μας σύστημα, ισχυριζόταν ένας πάλι, υπερέχει του δικού σας, αλλά ίσως όχι για πολύ ακόμη αν γεμίσει τέτοιες ενοχλητικές κι επιβλαβείς ανοησίες.
   Κάποιοι επιστολογράφοι μπήκαν στον κόπο να παραθέσουν χωρία από την Αγία Γραφή που έμοιαζε να συγχωρούν τη δουλεία και να ευχηθούν, μεγαλώνοντας, η δεσποινίδα Κάρλιου να αποκτούσε λίγη σύνεση και ανοχή απέναντι στις συνήθειες των άλλων. Ένας στο Πορτ Χάντσον της έγραφε ότι, αν περνούσε μισή ώρα με τους νέγρους για τους οποίους μιλούσε με τόσο ενθουσιασμό, αυτά τα κτήνη θα την έκαναν να εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ και μάλλον θα την σκότωναν. Μέχρι που έλαβε ένα γράμμα από τη σύζυγο ιδιοκτήτη φυτείας, που την απειλούσε  με το πυρ το εξώτερον, με μισθωμένους φονιάδες και με άγρια σκυλιά, αν η "αναθεματισμένη Εγγλέζα τσούλα" τολμούσε να γράψει ξανά στον άντρα της. 
   Είθε ο Θεός να σας συγχωρέσει, της απάντησε η Έμελιν, για τα σκληρά και βλάσφημα λόγια σας...


   Μια μέρα έφτασε κάτι πολύ ασυνήθιστο με το ταχυδρομείο. Η περισσότερη αλληλογραφία των Κάρλιου έφτανε στο σπίτι τους είτε με το πρώτο ταχυδρομείο νωρίς το πρωί είτε με το τελευταίο βράδυ. Το εν λόγω πράγμα έφτασε τι μεσημέρι, όταν η Έμελιν και ο πατέρας της σερβίρονταν το γεύμα τους. Ήταν ένα όμορφο τυλιγμένο κουτί επάνω στο οποίο ο αποστολέας είχε κολλήσει κατά τι λιγότερα γραμματόσημα απ' όσα έπρεπε. Ο δόκτορας Κάρλιου υποχρεώθηκε να δώσει στον ταχυδρόμο εννέα πέννες, έτσι ήταν συνοφρυωμένος μπαίνοντας με το πακέτο στο σαλόνι. Δεν γνώριζε κανέναν στο Τσικαμάουγκα της Γεωργίας.
   "Για σένα είναι", είπε δίνοντάς το στην κόρη του.
   Η Έμελιν ακούμπησε το πακέτο στα πόδια της κι έστρεψε ξανά την προσοχή της στην κρύα γκαλαντίνα στο πιάτο της. Έκοψε άλλη μια φέτα και την έβαλε στο στόμα της χαμηλώνοντας το μεγάλο της πηγούνι.
   "Δεν είσαι περίεργη να δεις τι είναι;" είπε ο δόκτορας Κάρλιου.
   Η κοπέλα μάσησε και κατάπιε.
   "Φυσικά είμαι περίεργη".
   "Το ίδιο κι εγώ. Θα ήταν αγένεια να σου ζητούσα να το ανοίξεις τώρα;"
   "Ναι, πατέρα, θα ήταν", χαμογέλασε η Έμελιν, "αλλά σε συγχωρώ". Έβαλε το πακέτο στο τραπέζι και έσκισε τις στρώσεις καφετιού χαρτιού. Μέσα υπήρχε ένα γράμμα, μια φωτογραφία και ένα κουτί σοκολάτες. Χωρίς να κοιτάξει το γράμμα και τη φωτογραφία η Έμελιν τα άφησε πίσω απ' την τσαγιέρα. Τις σοκολάτες τις άνοιξε να τις δει ο πατέρας της.
   "Πολυτελείς", σχολίασε αυτός βγάζοντας από κάτω από τα πασπαλισμένα χάρτινα κυπελλάκια, που μέσα είχαν σκούρα γλυκά με υπέροχη μυρωδιά, ένα χαρτί που απαριθμούσε τις ποικιλίες. Το ίδιο το χαρτί ήταν ποτισμένο μ' ένα έξοχο άρωμα και ο δόκτορας Κάρλιου το μύρισε  φευγαλέα προτού διαβάσει τι έλεγε. Παντού υπήρχαν χαρακτηρισμοί όπως "απολαυστική", "εξωτική", "πλούσια" και "λαχταριστή".
   "Ποιος είναι αυτός ο κύριος;" ρώτησε ο δόκτορας Κάρλιου αφήνοντας το χαρτί πάνω στη γυαλιστερή ποικιλία από πραλίνες και καραμέλες.
   Η Έμελιν έπιασε το γράμμα και κοίταξε συνοφρυωμένη την υπογραφή.
   "Δεν είμαι σίγουρη", είπε. "Έχω τόσους. Πρέπει να διάβασα γι' αυτόν σε κάποιο άρθρο".
   "Στη φωτογραφία... είναι αυτός;"
   Η Έμελιν έπιασε το χοντρό χάρτινο ορθογώνιο.
   "Φαντάζομαι. Δεν θυμάμαι να 'χω ξαναδεί το πρόσωπό του". Διστάζοντας για μια στιγμή, έδωσε τη φωτογραφία στον πατέρα της. Αυτός την περιεργάστηκε όπως πρωτύτερα το μυρωδάτο χαρτί.
   "Ευπαρουσίαστος τύπος", παραδέχτηκε. "Ευθυτενής, με φαρδιούς ώμους. Με θεληματικό πιγούνι. Και μου φαίνεται υγιής. Το παντελόνι του χρειάζεται σιδέρωμα. Αλλά καθόλου κακός". Ο δόκτορας Κάρλιου μίλησε με όσο μπορούσε πιο ήρεμο και αδιάφορο τόνο, αλλά στην πραγματικότητα φανταζόταν ήδη τους απογόνους απ' αυτόν το γάμο. Έναν εγγονό, ίσως δύο. Ωραία κι εύρωστα αγόρια που με βαρβαρική προφορά που θα τον φωνάζουν παππού.
   "Εξαιρετικά... φιλική χειρονομία από μέρους του να σου στείλει αυτές τις σοκολάτες", παρατήρησε.
   Η Έμελιν έκανε νόημα πάνω απ' το τραπέζι. Το χέρι της ήταν όπως πάντα λίγο λερωμένο με μελάνι.
   "Πάρε ένα, πατέρα".
   "Σ' ευχαριστώ, θα πάρω". Έβαλε στο στόμα του ένα στρογγυλό σοκολατάκι με φουντούκι απ' έξω και τ' άφησε να λιώσει στον ουρανίσκο του καθώς η κόρη του διάβαζε σιωπηλή το γράμμα. 


      Αγαπητή δεσποινίς Κάρλιου,


     Σας ευχαριστώ για την επιστολή σας. Επιτρέψτε μου να σας πω ότι έχετε κομψότατο γραφικό χαρακτήρα. Ουδεμία σχέση με αυτόν των κυριών εδώ. Η υπογραφή σας ιδιαίτερα μου γέννησε το θαυμασμό με αυτόν της το συνδυασμό απλότητας, αυτοπεποίθησης και χάρης. Λιγότερο εκλεπτυσμένες γυναίκες φαντάζονται ότι ένας παροξυσμός από φιοριτούρες τους χαρίζει κομψότητα. Χρειάζεται μια υπογραφή σαν και τη δική σας για να φανεί καθαρά το χάσμα ανάμεσα στην αληθινή κομψότητα και τις απομιμήσεις της.
   Ωστόσο, αυτές οι φιλοφρονήσεις θα σας κάνουν να ανυπομονείτε, με όση ειλικρίνεια και αν λέγονται. Θα θέλετε να μάθετε τι γνώμη είχα για τη συμβουλή σας. Θα ελπίζετε ίσως να ακούσετε ότι ελευθέρωσα τους σκλάβους μου κι αφιερώθηκα στον Χριστό. Όσο για το δεύτερο, σας διαβεβαιώνω, αγαπώ τον Κύριο τόσο όσο μπορεί να τον αγαπά οποιοσδήποτε άνθρωπος που είναι καθωσπρέπει αλλά όχι άμεμπτος. Τα χωρία που παραθέσατε από την Αγία Γραφή μού είναι φυσικά γνωστά, όπως και άλλα με διαφορετική θέση.
   Όσον αφορά στους σκλάβους μου, είναι ελεύθεροι ήδη. Δηλαδή τους παρέχω τόση ελευθερία όσο είναι συνετό και νοιάζομαι γι' αυτούς τόσο ευσυνείδητα όσο θα νοιαζόμουν για τα παιδιά μου αν είχα, που ατυχώς δεν έχω. Οι σκλάβοι μου είναι ευχαριστημένοι και υγιείς, και τα καθήκοντά τους δεν είναι επαχθή. Το κλίμα στη Γεωργία είναι πιο υγιεινό απ' αυτό στο οποίο είστε ίσως συνηθισμένη στην Αγγλία και τα σπαρτά μεγαλώνουν εύκολα στον λαμπρό ήλιο που θέλησε ο Θεός να χαρίσει στη λιγοστή γη μου. Καθώς γράφω αυτά τα λόγια, ο Πέρυ, ένας από τους εργάτες μου, παίζει με τον Σαίξπηρ, το σκύλο μου. Το κάνει όχι γιατί είναι υποχρεωμένος αλλά γιατί συμπαθεί τον Σαίξπηρ και, συγχωράτε με για τον κομπασμό, αγαπά τον κύριό του επίσης. Για την ακρίβεια, αν η δουλεία ποτέ καταργούνταν, όπως θα συμβεί, φοβάμαι, αν οι στριγκές φωνές στις βόρειες πολιτείες μας περάσουν από τα λόγια στις εχθροπραξίες, ανησυχώ για τον φτωχό μου τον Πέρυ. Είναι πλάσμα εύπιστο και ευγενικό, κι αν αναγκαζόταν να τα βγάλει πέρα μόνος  σε αυτόν τον σκληρό κόσμο, χωρίς να έχει για την κεφαλήν κλίνη, φοβάμαι ότι θα είχε θλιβερή τύχη.
   Δεν περιμένω αυτές οι λίγες κουβέντες να σας πείσουν για την ορθότητα του δικού μου τρόπου ζωής. Λυπάμαι που δεν μπορείτε να με επισκεφθείτε και να κρίνετε από μόνη σας. Ελπίζω μόνο ότι, αν χάρη σε κάποιο θαύμα ερχόσασταν ως εκλεκτή μου φιλοξενούμενη, θα βρίσκατε αυτό το μέρος ευχάριστο και ευτυχισμένο, με μόνο τη γοητεία που θα του χάριζε μια οικοδέσποινα να του λείπει, εξαιτίας τραγικών περιστάσεων που μου στέρησαν τη μνηστή μου. 
   Σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνο δεν βασιλεύουν στη Γεωργία η θηριωδία και η αθλιότητα, όπως ίσως φαντάζεστε, αλλά είναι ότι είναι ένα πολιτισμένο μέρος. Μέχρι που έχει κατάστημα με σοκολάτες, όπως έχετε αναμφίβολα συμπεράνει ήδη. Σας προσφέρω αυτά τα γλυκάκια ως δείγμα της ευγνωμοσύνης μου για το ενδιαφέρον σας για την ψυχή μου. Ταπεινό δώρο, το ξέρω, και αναιδές, θα έλεγαν κάποιοι. Αλλά μια και ήδη έχετε την Αγία Γραφή, το πολυτιμότερο δώρο που μπορεί να έχει ο καθένας μας, είναι δύσκολο να φαντα στώ τι άλλο θα χρειαζόσασταν. Οι σοκολάτες, αν μην τι άλλο, χαρίζουν ευχαρίστηση, και αν δεν τις φάτε, μπορείτε να τις δώσετε στους γονείς σας. 
   Με τις πιο εγκάρδιες ευχές μου... 


   Η Έμελιν σήκωσε τα μάτια από τη σελίδα. 
   "Λοιπόν;" είπε ο πατέρας της. "Τι γνώμη έχεις γι' αυτόν τον τύπο;"
   Η Έμελιν δίπλωσε το γράμμα μες στα δυνατά δάχτυλά της και το σφήνωσε κάτω από το πιατάκι του φλιτζανιού της. Μετά, κοίταξε πίσω από τον πατέρα της το χιονισμένο παράθυρο, με τα μάτια μισόκλειστα. Τα γκρίζα ολόιδια και χτισμένα πλάι πλάι σπίτια του Μπεϊσγουότερ, οι σιδερένιοι φανοστάτες, τα κάρα με τα εμπορεύματα, που έμοιαζαν νεκροφόρες, όλα είχαν χάσει για την Έμελιν λίγη από τη στερεότητά τους, ήταν ημιδιάφανα και εφήμερα σχήματα σ' ένα μονόχρωμο καλειδοσκόπιο.
   "Γράφει παροξυσμός με γιώτα και "για την κεφαλήν κλίνη", παρατήρησε με απόμακρο τόνο. Τα μάτια της γίνονταν όλο και περισσότερο απλανή. Έβλεπε στη φαντασία της τους πλούσιους αγρούς της Γεωργίας, ατελείωτα εύφορα στρέμματα. Η ιδιοκτησία του άντρα της ήταν μια πελώρια έκταση απαλούν πράσινου που το ζωήρευε το ώριμο βαμβάκι, μια μυστηριώδης ουσία που τη φανταζόταν η Έμελιν να μοιάζει με χιονόλευκες παπαρούνες. Και, στητός καταμεσής αυτών των αγρών, με τα χέρια του στους γοφούς του, εκείνος να διαγράφεται μπροστά στον ανέφελο ουρανό, με το περίγραμμά του να κυματίζει στη ζέστη. Ένας ενθουσιώδης σκύλος ήρθε σ' αυτόν τρέχοντας, πήδησε στο στήθος του, του 'γλειψε το λαιμό, και αυτός τον αγκάλιασε γελώντας. Πέρα αριστερά, στην άκρη της εικόνας στη φαντασία της, έστεκε μια σκοτεινή φιγούρα, ένας νέγρος που θύμιζε απόκοσμα μια εικόνα στο Ντρεντ, μια ιστορία του μεγάλου καταθλιπτικού βάλτου, ένα από τα πολλά μυθιστορήματα της Χάριετ Μπίτσερ Στόου στη βιβλιοθήκη της Έμελιν. "Έτσι κι αλλιώς", πρόσθεσε, "έχει σκλάβους".
   Ο δόκτορας Κάρλιου ξερόβηξε.
   "Αυτός είναι ο μόνος λόγος που του έγραψες;"
   Η Έμελιν ανοιγόκλεισε τα μάτια, τα τράβηξε από το παράθυρο και επέστρεψε στο σπίτι της στην Αγγλία.
   "Πάρε κι άλλο σοκολατάκι, πατέρα", είπε.
   "Θα μπορούσες ίσως να του ξαναγράψεις;" ρώτησε ο δόκτορας Κάρλιου. "Ή δεν έχει ελπίδες να σωθεί;"
   Η Έμελιν χαμήλωσε το κεφάλι και χαμογέλασε κοκκινίζοντας λιγάκι.
   "Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ελπίδες να σωθεί, πατέρα", απάντησε κι έπιασε το γράμμα και τη φωτογραφία. Η βουβή φιγούρα της Γκέρτι στεκόταν διστακτική στην πόρτα περιμένοντας την άδεια να μαζέψει το τραπέζι. Είχε περάσει η ώρα και έπρεπε ο δόκτορας Κάρλιου να δει τους ασθενείς του και η δεσποινίς Κάρλιου να αποσυρθεί στην κάμαρά της, το αγαπημένο μέρος για την αλληλογραφία.  


   Όπως θα καταλάβατε, πρόκειται για ένα διήγημα που η ιστορία του εκτυλίσσεται στα χρόνια πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861 - 1865) που σαν κύρια αιτία του είχε το ζήτημα της δουλείας. Είχαμε μιλήσει για τη δουλεία και στην Ε', αλλά και στην ΣΤ' τάξη προσπαθώντας να εξηγήσουμε την παρουσία των μαύρων στη σημερινή Αμερική.
    Θυμίζω, λοιπόν, ότι οι λευκοί Αμερικανοί είναι Ευρωπαίοι - κυρίως Άγγλοι που αποίκισαν την Νέα Ήπειρο. Αγγλίδα είναι και η Έμελιν του διηγήματος και στέλνει γράμματα σε Άγγλους αποίκους της Αμερικής για να σταματήσουν να έχουν τους μαύρους ως σκλάβους στις ιδιοκτησίες τους. Οι μαύροι Αμερικανοί είναι Αφρικανικής καταγωγής που κυρίως οι Άγγλοι άποικοι τους έφεραν αλυσοδεμένους σκλάβους με καράβια από την Αφρική.
   Στον Αμερικανικό Εμφύλιο συγκρούστηκαν οι λευκοί Αμερικανοί των νότιων Πολιτειών (στις οποίες ανήκει και η πολιτεία της Γεωργίας του διηγήματος) με τους λευκούς των βόρειων Πολιτειών. Οι πρώτοι ήταν υπέρ της διατήρησης της δουλείας, οι δεύτεροι υπέρ της κατάργησης της δουλείας, και των λευκών (ναι, υπήρχαν και λευκοί σκλάβοι! - δούλευαν σε λευκούς αφέντες) και των μαύρων. 
   Ο Αμερικανικός Εμφύλιος ήταν από τους πιο αιματηρούς πολέμους με παραπάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς (μαχητές και άμαχους). Τελείωσε με την επικράτηση των Βορείων και την κατάργηση της δουλείας, έδωσε την σημερινή μορφή στο κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών  (ΗΠΑ) με εξέχουσα προσωπικότητα τον πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν (1809 - 1865).